Η κατάσταση του πολιτικού συστήματος, δυο μόλις εβδομάδες
πριν από τις εθνικές εκλογές, φαίνεται να είναι έκρυθμη. Ειπώθηκαν πολλά περί λαϊκής
ετυμηγορίας ενώ το διακύβευμα των εκλογών έγινε εργαλείο για την επιδίωξη των μικροκομματικών
συμφερόντων που εδώ και μισό περίπου αιώνα καταδυναστεύουν τον ελληνικό Λαό.
Αυτή η σύγχυση όχι μόνο δεν είναι θεμιτή, αλλά φαίνεται να υπονομεύει το μέλλον
της χώρας. Υπάρχουν ορισμένοι που έσπευσαν, παρατηρώντας την ατονία του
λεγόμενου δικομματισμού, όπως εκφράστηκε από τις κάλπες, να μιλήσουν για την
ανάδυση ενός νέου, δικαιότερου και κοινωνικά προσανατολισμένου συστήματος.
Η πεποίθηση αυτή εκφράστηκε στη βάση μιας μάλλον αυθαίρετης διανομής
των ευθυνών, σε μια εποχή που η ευθύνη μοιάζει
με ωρολογιακή βόμβα που μεταλαμπαδεύεται από χέρι σε χέρι σαν συμβόλαιο πολιτικής
καταστροφής. Το πολιτικό σύστημα, το ‘’παλαιό’’
πολιτικό σύστημα, όχι μόνο δεν είναι έκπτωτο αλλά έχει εσωτερικεύσει, σαν
ένα γνήσιο κύκνειο άσμα, όλο το μένος της πολιτικής του ανισορροπίας. Υποστηρίζω ότι αυτό που βιώνουμε δεν είναι
το τέλος ενός πολιτικού συστήματος και της συνακόλουθης πολιτικής πρακτικής του
αλλά η πλήρης ξεδίπλωση των λειτουργικών και θεωρητικών του αδιεξόδων.
Μήπως οι δυνάμεις που εκφράζουν αυτή την επικείμενη πολιτική
αλλαγή δεν προέρχονται από το ίδιο κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον που εξέθρεψαν
οι δεκαετίες του 90’, του 00’ και του 10’ ; είναι εφικτό να εμποδίσουμε την διείσδυση
του παρελθόντος στο παρόν; και το κοινωνικό
συμβόλαιο, το συμβόλαιο που ανάλογα με τα χαρακτηριστικά του καθορίζει την πολιτική,
κοινωνική, οικονομική και πολιτισμική ζωή ενός τόπου άραγε δεν έχει δυο συμβαλλομένους ;
Ανεξάρτητα από το εκλογικό
ποσοστό, το μερίδιο διακυβέρνησης που αναλήφθηκε από κάθε μια πολιτική δύναμη,
η κυβέρνηση είναι πρωτίστως μια ενιαία δύναμη με κοινά χαρακτηριστικά. Το
ΠΑ.ΣΟΚ και Ν.Δ επωμιστήκαν το βάρος της ευθύνης που τους αναλογεί, όμως υπάρχει
ένα βάρος, ή μια ευθύνη που αναλογεί στον καθένα, και αυτή είναι η ευθύνη της Δημοκρατίας.
Αναλογεί στο ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ που τόσα χρόνια στο εσωτερικό του έτρεφε την αντινομία
στα πολιτικά πράγματα, με τις ιδεολογικές του εμμονές να ενισχύουν σε αυτό,
αναλογεί στο Κ.Κ.Ε που ως κόμμα που συμμετάσχει στις αντιπροσωπευτικές
διαδικασίες, στο όνομα ενός άκαμπτου φιλο-εξουσιαστικού κομμουνισμού, ποτέ δεν
ανέλαβε ευθύνες , και δεν το έκανε ακόμη και στην πιο κρίσιμη στιγμή της
νεότερης ιστορίας μας, για να εισπράττει το 5 % που εισέπραττε. Αναλογεί ακόμη
και σε αυτές τις δυνάμεις που είχαν την τύχη,
διότι αυτή είναι η εντύπωση που αποκομίζετε, ότι ήταν θέμα αποκλειστικά τύχης,
να μην υπογράψουν το Μνημόνιο.
Βεβαίως, αυτό που επιχειρείται δεν είναι να αποδοθεί εξίσου
η ευθύνη. Η άσκηση της εξουσίας απορροφά το μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης. Αυτό είναι αδιάψευστο. Όμως η άσκηση της εξουσίας
είναι συλλογική ευθύνη, όλων των πολιτικών δυνάμεων, που το καθένα συνεισφέρει
με την ακεραιότητα του και το πολιτικό του αισθητήριο στην κοινωνική ζωή αυτού του τόπου. Υπενθυμίζω μονάχα,
πως σε άλλες εποχές, όπως τουλάχιστον φάνηκε εκ των υστέρων, η πολιτική ευθύνη
της αντιπολίτευσης ήταν επαυξημένη, μεγαλύτερη ίσως από εκείνη της κυβέρνησης (
κατά τη διάρκεια του Διχασμού, του Εμφυλίου αλλά και μετεμφυλιακά, όταν αντί οι
πολιτικές δυνάμεις της χώρας να συμπράττουν, καλλιεργούσαν την διχόνοια στον ελληνικό
Λαό για να ικανοποιούν τις ματαιοδοξίες τους
).
Παρόλο που δεν υπάρχει κάποιο ποσοτικό κριτήριο για την μέτρηση
αυτού που ονομάζω ευθύνη, σίγουρα υπάρχει κριτήριο που να ορίζει την μεταβολή σε
ένα πολιτικό σύστημα. Μόνο που αυτό το κριτήριο εδώ δεν θα πρέπει να είναι το ποσοτικό,
το αριθμητικό. Πίσω από τα νούμερα κρύβονται συνειδήσεις. Ας αναρωτηθούμε όλοι μαζί
λοιπόν ποια ήταν εκείνη η εξέλιξη, η θετική εξέλιξη, που να μας κάνει να ελπίζουμε
στην αναδημιουργία της ελληνικής πολιτικής πρακτικής. Αυτό που εκφράζεται εδώ δεν είναι η αίσθηση της απαισιοδοξίας αλλά
μιας έντονης ανάγκης να υποβληθεί το παρόν στην κριτική, στην κριτική της αλήθειας.
Στις εκλογές της 6ης Μαΐου καταδικάστηκε το παρελθόν,
να λοιπόν και η συρρίκνωση της εκλογικής δύναμης του ΠΑ.ΣΟΚ και της Νέας Δημοκρατίας. Όμως καταδικάζω σημαίνει
υποβάλω σε κριτική, και αμφιβάλω αν κανείς υπέβαλλε στην κριτική το παρελθόν, τόσο από τους άρχοντας όσο και από τους αρχόμενους. Εκτός
από μια εύλογη αλλά μάλλον συμπυκνωμένη και ρηχή εκτίμηση της τελευταίας κυβέρνησης,
ελάχιστα ασχοληθήκαμε με το ζήτημα ( όχι μόνο τώρα, αλλά και ιστορικά ) . Το αίτημα
της αυτοκριτικής είναι καίριο, διότι μόνο αυτό θα μας επιτρέψει να αναλογιστούμε
και το δικό μας μερίδιο ευθύνης. Δεν τα ‘’φάγαμε
μαζί’’, όμως καλλιεργήσαμε μια συγκεκριμένη
λογική, μια λογική που δεν συνάδει με το πρότυπο του πολίτη μιας σύγχρονης δημοκρατίας
(έστω και ευνουχισμένης), και απόψε η κριτική μας είναι η κριτική μας αποκλειστικά
απέναντι στους άλλους. Μια μάλλον απελπισμένη
κριτική που τροφοδοτείται από την νεοελληνική ιδιοτέλεια. Ελληνικέ Λαέ δεν ‘’φταίνε μόνο οι Αμερικάνοι’’, δεν φταίει
η Χούντα για τα δεινά σου ή τα Μ.Μ.Ε, δεν φταίει αποκλειστικά ο Παπανδρέου ούτε
και ο γείτονας σου. Κι εσύ, μην με αποπαίρνεις,
έχεις ένα τεράστιο μερίδιο ευθύνης,
και δια της ψήφου σου αλλά κυρίως δια του αντιδημοκρατικού, εγωιστικού ψυχισμού
σου, που φοβήθηκες να αποβάλλεις.
Στις εκλογές της 17ης Ιουνίου δεν πρέπει να καταδικαστεί
το μέλλον, όμως για να μην καταδικαστεί πρέπει να σκεφτούμε συνετά. Η οργή ποτέ
δεν ήταν καλός σύμβουλος. Όταν δεν δίνουν
οι πολιτικοί ηγέτες μαθήματα στους Λαούς, δίνουν οι Λαοί μαθήματα στους ηγέτες.
Ας είναι το μάθημα η αρχή ενός γόνιμου διαλόγου με την Ιστορία, με το εκφυλισμένο
παρελθόν μας. Δεν θα συζητήσουμε με την χαμένη αίγλη μας, η νοσταλγία, κατά μια
έννοια, είναι άρνηση της πραγματικότητας. Ας συζητήσουμε για την ανοικοδόμηση
του μέλλοντος.
Δυστυχώς συνοψίζοντας, οι προϋποθέσεις, που συνιστούν γερά θεμέλια,
ακόμη δεν έχουν ευθυγραμμιστει με την αλλαγή. Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, μέσα από την κρίση, κανένα νέο μόρφωμα, τουλάχιστον
κατά την γνώμη μου, δεν προέκυψε, ικανό να αναλάβει τον σχεδιασμό του μέλλοντος.
Η δυναμική που παρουσιάστηκε ήταν μια αντίστροφη δυναμική, μια δυναμική προς τα
πίσω, προς το μέρος εκείνο της ιστορίας που θα θέλαμε να ξεχάσουμε. Ο λαϊκισμός,
η κατεξοχήν εκδήλωση της εκμετάλλευσης της δημοκρατίας, η καταστρατήγηση της
ελευθερογνωμιάς, η άμετρη δημοκρατία στην πλήρη ξεδίπλωση της, εμπλουτίστηκε
για να ανταποκρίνεται στις νέες κομματικές ανάγκες, που εν γένει δεν είναι ανάγκες του Λαού. Όλοι εκείνοι που διατείνονται
ότι αγωνίζονται για το καλό του Έθνους, φρόντισαν
να διαχωρίσουν το έθνος από τον Λαό του και τα συμφέροντα του. Γιατί τι είναι
το έθνος, σε πείσμα όλων εκείνων που του προσάπτουν μεταφυσικές ιδιότητες, παρά
μια κοινωνική πραγματικότητα, τόσο κοινωνική όσο και η κοινωνία του; ο Λαός του;
Η αντιμετώπιση των οικονομικών θεμάτων συμπίπτει σαφώς με
την ύπαρξη μιας ισχυρής, όχι σε έδρες αλλά σε ποιότητα, κυβέρνησης. Η ύπαρξη
μιας τέτοιας βουλής είναι ευθύνη όλων μας, συλλογική ευθύνη που διέρχεται, επίσης,
από την ιδιότητα του καθένα ξεχωριστά. Αν επιθυμούμε να βγούμε από αυτήν την κατάσταση
πλουσιότεροι, ή μη χρεωκοπημένοι, είναι άλλο από το να βγούμε περισσότερο σοφοί.
Όχι μόνο για να φιλτράρουμε το σήμερα
υπό το πρίσμα της σύνεσης που διέπει έναν αληθινά δημοκρατικό πολίτη, αλλά και
για να κάνουμε το άνοιγμα μας στο χρόνο
με μεγαλύτερη βεβαιότητα.