TO ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ ΣΥ.ΡΙΖ.Α
Δεν έλειψαν μετά τις εκλογές της 6ης Μαΐου, αλλά κυρίως με την 17η Ιουνίου, οι συγκριτικές ερμηνείες του φαινομένου ΣΥ.ΡΙΖ.Α με το μεταπολιτευτικό ΠΑ.ΣΟ.Κ. Οι αντικειμενικοί παράγοντες που συνετέλεσαν στην ανάδειξη μιας τέτοιας ερμηνευτικής προσπάθειες είναι αρκετοί. Ωστόσο αρκετές είναι και οι ιστορικές ιδιομορφίες, το ιδιαίτερο δηλαδή ανάγλυφο μέσα στο οποίο τοποθετούνται χρονολογικά οι πορείες των δυο κομμάτων. Εκτός λοιπόν από τον λαϊκιστικό-δημαγωγικό χαρακτήρα των ηγετών τους, θα επιχειρήσουμε να καταδείξουμε ορισμένες νέες θεματικές που γύρω τους θα μπορούσε να κινηθεί περιεκτικότερα η ανάλυση.
Μια
πρώτη βασική διαφορά για την οποία υπάρχει σχετική ομοφωνία, είναι η ποιότητα
της πρόθεσης ψήφου στο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. Η ψήφος των δυο προηγούμενων εκλογικών
αναμετρήσεων περιέχει στοιχεία άρνησης, γεγονός που μας
επιτρέπει να της προσδίδουμε αντί-συστημικές προθέσεις1. Ενώ η ψήφος
στο ΠΑΣΟΚ δεν ήταν σε καμία περίπτωση η πλήρης και θετική ανταπόκριση απέναντι στο
αμφίσημο κυβερνητικό του πρόγραμμα, και εμπεριείχε επίσης στοιχεία άρνησης- της άρνησης της μετεμφυλιακής δεξιάς- είχε πάντως την δυνατότητα να
συμπυκνώσει στις έννοιες του εκσυγχρονισμού και της αλλαγής θεσμικές και
πολιτικές μεταρρυθμίσεις που νοηματοδοτήθηκαν από το κράτος της δεξιάς, επιβίωναν
ετεροχρονισμένα και με την οριστική επίλυση τους προσέδωσαν στον
αντιδεξιό-αριστερίστικο χαρακτήρα της νέας παράταξης μεγάλη δυναμική.
Αντίθετα
η εκλογική ενίσχυση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α μεταφράστηκε στο επίπεδο της κοινής γνώμης
ως παραδοχή της διαφθοράς και της κακοδιαχείρισης του δικομματισμού
και των πολιτικών του επιλογών. Αυτή η εξέλιξη πήρε έκφραση σε δυο διαφορετικές
κατευθύνσεις. Η πρώτη έδινε στον ΣΥ.ΡΙΖ.Α, όπως και στο ΠΑ.ΣΟ.Κ, την δυνατότητα
να προβάλλει τον αέρα της αλλαγής, καθώς αποτελούσε το αίτημα μιας κοινωνίας
που επένδυε περισσότερο στην ανατροπή των παραδοσιακών συσχετισμών, και έτσι εν δυνάμει
αποτελούσε την πρώτη νομιμοποιητική υλη για την εκπόνηση της πολιτικής του
γραμμής. Παρόλα αυτά το εκλογικό αποτέλεσμα σε συνδυασμό με τον κοινωνικό
συσχετισμό που το υποστηρίζει, οριστικοποιεί το γεγονός ότι ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α κέρδισε
ψήφους από μια ετερογενή μάλλον δεξαμενή ψηφοφόρων σε σχέση με την κομματική
του ταυτότητα, που σε ευνοϊκότερες για αυτήν συνθήκες θα επιδιώξει μία πιο
συμβατική έκφραση2. Μια τέτοια προοπτική αποτελεί την τροχοπέδη για
την περαιτέρω εκλογική ενίσχυση του.
Με
γνώμονα τα παραπάνω, ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α για να βρει δίοδο προς την άσκηση κυβερνητικού
έργου, που πλέον θεωρείται απαραβίαστη πραγματικότητα, οφείλει να κινητοποιήσει
το εκλογικό σώμα προς μια νέα κατεύθυνση. Η κατεύθυνση αυτή πρέπει να είναι έτοιμη
να προσεταιριστεί εκτός από τους μέχρι σήμερα τακτικούς ψηφοφόρους του- διανοούμενος
και νεολαία- και την πλατιά μάζα των ψηφοφόρων που ταυτίστηκαν οικονομικά και πολιτικά
με τον δικομματικό κοινωνικό σχηματισμό. Δηλαδή με τα δίκτυα εξουσίας όπως
διαμορφώθηκαν από το ΠΑ.ΣΟ.Κ και την Ν.Δ. Επομένως, το αίτημα του επαναπροσδιορισμού
της σχέσης του ΣΥΡΙΖΑ με το ζωτικό για ένα πολιτικό κόμμα περιβάλλον γίνεται
επιτακτικό.
Φυσικά
η ηγεσία του ΣΥ.ΡΙΖ.Α, ανεξάρτητα από τις προθέσεις της (για κατάληψη ή όχι της εξουσίας- ορισμένοι τοποθετούνται υπέρ του όχι),
έχει ήδη κληθεί να σηκώσει το θεσμικό βάρος της αντιπολίτευσης. Αν και ο καταναγκασμός
του εφικτού σε αυτή τη περίπτωση δεν είναι αρκετός για να μετασχηματίσει την κομματική
συμπεριφορά, το γραφείου πολιτικού σχεδιασμού της Κουμουνδούρου θα πρέπει στο μέλλον
να κινηθεί προς μια διαφορετική κατεύθυνση, την κατεύθυνση του ρεαλισμού.
Αυτό που στο παρελθόν αποτελούσε περισσότερο μια τάση ή μια ομάδα, τώρα πλέον
θα κληθεί να μπει σε μια νέα τροχιά καθηκόντων.
Τόσο
ο κομματικός λόγος αλλά και γενικότερα το επικοινωνιακό πλαίσιο θα πρέπει να
κινηθεί προς την κατεύθυνση, που, αναλύοντας σύντομα τον νεοελληνικό εκλογικό
ψυχισμό, θα ξεφεύγει από τις παραδοσιακές τοποθετήσεις και θα προσλάμει θετικά
πλέον γνωρίσματα ως αντίδοτο των προβλημάτων που εκκρεμούν. Τα μεταυλιστικά
αιτήματα του ΣΥ.ΡΙΖ.Α, για να ταυτιστούν με την κοινωνική τους βάση, θα πρέπει
να διευρυνθούν ώστε να περικλείουν τα υλιστικά αιτήματα της ημι-χρεωκοπημένης ελληνικής
κοινωνίας. Από μια άποψη λοιπόν το εκλογικό αποτέλεσμα καθεαυτό ίσως να
δρομολογήσει εξελίξεις στο εσωτερικό του κόμματος.
Αυτή
η διαδικασία ενδεχομένως να κοστίσει πολιτικά, ενώ θα μπορούσαμε να την χαρακτηρίσουμε
και ως μια επερχόμενη κρίση ταυτότητας3. Ας μην λησμονούμε άλλωστε
ότι ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α, ως συνασπισμός ανομοιόμορφων ως προς τις επιδιώξεις κομμάτων,
είναι εκ των πραγμάτων αναγκασμένος σε παράδοξα και αντιφάσεις. Μια τέτοια διαπίστωση
μπορεί μάλιστα να εξηγήσει και την πολυγλωσσία του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. Αν οι
απόψεις που διατυπώθηκαν από αυτό επιδέχονταν έντονα αντιφατικές ερμηνείες μέσα
στην ασάφεια και τον παροξυσμό της στιγμής, τώρα πρέπει να φιλτραριστούν μέσα από το
άκαμπτο του ετερογενούς πολυσυλλεκτικού χαρακτήρα που διέπει το κόμμα. Και το
ΠΑΣΟΚ, ως ενιαίος φορέας μάλιστα, έζησε μέσα από αυτές τις αντιφάσεις, και όχι
μόνο η ιστορική στιγμή και τα αιτήματα της, αλλά και το φωτισμένο του ηγέτη
του, κατάφεραν τουλάχιστον μέχρι να ανέβει στην εξουσία να το διατηρήσουν σε
συνοχή( από εκεί και πέρα ανέλαβε το γλυκό της εξουσίας ). Ακόμα και αν υποστηρίζουμε ότι το βεληνεκές των ηγετικών ικανοτήτων του
κύριου Τσίπρα είναι αντίστοιχο με αυτό του Α. Παπανδρέου, οι προϋποθέσεις ( η συγκολλητική
αυτή ουσία βαφτίστηκε αντιδεξιά ) που
μπήκαν ως βάση για την ανέλιξη στην εξουσία του ΠΑ.ΣΟ.Κ, το κοινωνικό κάτοπτρο
της, απουσιάζουν ή έχουν ως πυρήνα εντελώς διαφορετικές προβληματικές.
Υπάρχουν
και ορισμένοι που ισχυρίζονται πως τώρα ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α θα επιχειρήσει να κινηθεί
προς πιο μετριοπαθείς θέσεις. Αυτό μας θυμίζει την στροφή του
αντιιμπεριαλιστικού-σοσιαλιστικού ΠΑ.ΣΟ.Κ προς τον εθνοκεντρικό-λαϊκιστικό
λόγο. Αυτή η στροφή συντελέστηκε σχεδόν ταυτόχρονα με την ανάληψη της εξουσίας
από το ΠΑ.ΣΟΚ. Ήταν η αναγκαία στροφή την οποία επέβαλε η συμβατότητα της εξουσίας.
Στη
δική μας περίπτωση ο ‘’εκπασοκισμός’’, δηλαδή μια πορεία παρόμοια ιστορικά με
του ΠΑ.ΣΟ.Κ, είναι καταδικασμένος να καταφέρει εξ αρχής σημαντικές εκλογικές
μειώσεις στους μέχρι πρότινος τακτικούς ψηφοφόρους του αριστερού συνασπισμού.
Δεν είναι μόνο ότι χάνει το συγκριτικό του πλεονέκτημα, έχοντας εκχωρήσει το
δικαίωμα της συμβατικής ταύτισης έναντι της μέχρι σήμερα αντισυμβατικής ψήφου
-κάνοντας τον εαυτό του μέρος του συστήματος ή αντισυστήματος που τον εκτόξευσε σε αυτά τα εκλογικά μεγέθη-
αλλά τον βάζει σε μια νέα λογική: την λογική της κερδοσκοπίας, την λογική του
διλλήματος της εξουσίας ή το δίλημμα της χαλάρωσης των ιδεολογικών του θέσεων
έναντι μιας ενδεχόμενης εκλογικής επιτυχίας.
Το
ζήτημα αυτό είναι αρκετά σύνθετο να αναλυθεί σε λιγοστές σελίδες. Ας μας επιτραπεί
πάντως η παρακάτω υπόθεση εργασίας. Ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α για να μην χάσει τους παραδοσιακούς
ψηφοφόρους του ( και άρα την εσωκομματική του συνοχή), θα προσπαθήσει να διατηρήσει την ιδεολογική
του συνέπεια ως έχει. Αμφίδρομα, για να κερδίσει την εμπιστοσύνη των μη
αριστερών ή λιγότερο αριστερών ψηφοφόρων θα πρέπει να αρχίσει τον πραγματιστικό
πολιτικό σχεδιασμό με ανάλογη κυβερνητική πρόταση, που σίγουρα θα του κοστίσει.
Ένα πολύ απλό παράδειγμα είναι ο τρόπος με τον οποίο θα χειριστεί το μεταναστευτικό
ζήτημα. Θα επιδιώξει άραγε την ίδια παραδοσιακά αριστερή ανεκτικότητα, ή θα
σκληρύνει την θέση του για να ευθυγραμμιστεί καλύτερα με την κοινή γνώμη , που
από ο,τι φαίνεται αποδοκιμάζει τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α
για την μετριοπαθή στάση του απέναντι στο θέμα. Στη δεύτερη αυτή
περίπτωση προφανώς τα εσωκομματικά θεμέλια θα αρχίσουν να κλυδωνίζονται.
Όσον
αφορά το πεδίο της ‘’τρέχουσας’’ πολιτικής,
μέχρι σήμερα επιλέχτηκε η στάση της μη συμμετοχικής, αντιπολιτευτικής στάσης. Κάτι
τέτοιο του δίνει την δυνατότητα όπως λέχτηκε προηγουμένως ( να συνεχίσει ) να
αποφεύγει την ταύτιση με το αποτυχημένο πολιτικό παρελθόν. Είναι άλλωστε
αδιάψευστο πως μια αποτυχία της σημερινής κυβέρνησης θα σημαίνει αυτόματα την
νίκη του ΣΥ.ΡΙΖ.Α στις επόμενες εκλογές. Βεβαίως ο ισχυρισμός αυτός, δεδομένων
των συνθηκών, ηχεί συνωμοτικός και χρεώνει στον ΣΥ.ΡΙΖ.Α την επικρότηση μιας
κατάστασης ( την αποτυχία της κυβέρνησης ) που θα ταυτιζόταν με το
κοινωνικοοικονομικό ναυάγιο της χώρας. Αν αφαιρέσουμε όμως το σαδιστικό στοιχείο
της υπόθεσης , και κατά μία έννοια τη σοβαρότητα της στιγμής, μπορούμε ευκρινώς
να προβλέψουμε την αντιπολιτευτική στάση του κόμματος καθ’όλη τη διάρκεια της θητείας
της κυβέρνησης Α. Σαμαρά.
Επίσης
μπορεί να γίνει σαφές το εξής: Η όλο και
περισσότερο συμβιβαστική προγραμματικά πορεία που θα υιοθέτει η αξιωματική
αντιπολίτευση, θα συνδυάζεται με ένα όλο και περισσότερο πολωτικό μοντέλο αντιπολιτευτικού
πολιτικού λόγου. Τα όρια μιας τέτοιας εξέλιξης είναι ασαφώς καθορισμένα, και έτσι
δεν μπορούμε με ασφάλεια να κάνουμε εικασίες. Έχοντας επιλέξει πάντως ως μέτρο σύγκρισης το ΠΑ.ΣΟ.Κ του
Ανδρέα, μία τέτοια υπόθεση μπορεί να αποκτήσει ουσιαστικότερη υφή. Το βασικότερο
όμως είναι να εντάξουμε τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α σε
μια διφορική θεματική, που θα συνδέει διαλεκτικά τις ζυμώσεις και τις διεργασίες
που δρομολογούνται εσωκομματικά με τον τρόπο χειρισμού και καθορισμού της
ευρύτερης κομματικής του ταυτότητας.
Συνοψίζοντας
όσα ειπώθηκαν σε αυτή τη σύντομη εργασία, θεωρούμε ότι δυο αντίρροπες δυνητικά δυνάμεις,
η κεκτημένη εσωκομματική σταθερότητα σε σχέση με τις απαραίτητες για την
κατάληψη της εξουσίας τακτικές, συνιστούν μια μορφή διελκυστίνδας. Αν αυτές οι δυο συνιστώσες των συνιστωσών της Αριστεράς δεν εναρμονιστούν-
με το μικρότερο πολιτικό κόστος- τότε κατά πάσα πιθανότητα θα βυθίσουν τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α
σε εκλογικό αδιέξοδο, και πολύ φοβόμαστε ( η ιστορία του ΠΑ.ΣΟ.Κ βρίθει από
παραδείγματα ) και σε κυβερνητικό όταν και εάν έλθει εκείνη η στιγμή. Όπως και
να έχει αυτό είναι το στοίχημα ΣΥ.ΡΙΖ.Α, που ελλείψει ενός Ανδρέα Παπανδρέου
και μέσα σε ένα ελαττωματικό για τις αριστερές καταβολές του περιβάλλον, είναι
αμφίβολο αν θα κερδηθεί. Το ΣΥ.ΡΙΖ.Α θα εμπεδωθεί ως φαινόμενο μονάχα αν
ξεπεράσει αυτές τις αντιφάσεις, μόνο αν εξέλθει αλώβητο εκλογικά αλλά κατά
κύριο λόγο πολιτικά.
1)
Θεωρούμε ως αντι-συστημική την ψήφο εκείνη που
δεν αποδέχεται ή απορρίπτει εξολοκλήρου το υφιστάμενο πολιτικό σύστημα.
Αρνητική εννοούμε την ψήφο που ακολουθεί την λογική reductio ad absurdum παρά
μία θετική ανταπόκριση σε κάποιο κομματικό πρόγραμμα.
2)
Δυστυχώς για την επιβεβαίωση αυτής της άποψης
δεν χρησιμοποιήθηκαν τα απαραίτητα στατιστικά μέτρα. Η άποψη αποτελεί
περισσότερο ένα γενικό συμπέρασμα, όπως προκύπτει από τις αναλύσεις του συρμού.
3)
Από κρίση ταυτότητας πάσχουν όλες οι
διακλαδώσεις του πολιτικού φάσματος. Είναι ένα από τα σημεία των καιρών. Η
κρίση ταυτότητας της Αριστεράς, ή καλύτερα η αναζήτηση μίας νέας θεωρητικής
ταυτότητας, ξεκίνησε μετά την κατάρρευση του εθνοκεντρικού κευνσιανικού
μοντέλου ανάπτυξης και την βαθμιαία αντικατάσταση του από το νεοφιλελεύθερο
δόγμα, ενώ θα μπορούσαμε να πούμε πως τα προγραμματικού τύπου αδιέξοδα της
ευρύτερης Αριστεράς έχουν τις ρίζες τους στην κατάρρευση της Ε.Σ.Σ.Δ. Στην
προηγούμενη παράγραφο κάνουμε λόγο για μεταυλιστικά και υλιστικά αιτήματα. Με
τον όρο μεταυλιστικά εννοούμε τα αιτήματα εκείνα που αφορούν θεματικές όπως το
περιβάλλον, τη σχέση του κράτους απέναντι στην εκκλησία, τη στάση απέναντι σε
κοινωνικά ζητήματα: μαλακά ναρκωτικά, γάμοι μεταξύ των ομοφυλόφιλων, θέση της
γυναίκας κ.α. Αντίθετα, με τον όρο υλιστικά εννοούμε θέματα που σχετίζονται
άμεσα με τον σκληρό πυρήνα της οικονομικής ζωής και περιλαμβάνουν ευρύτερα
προγράμματα για την κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη. Όπως διαπιστώνετε η
μεροληψία της Αριστεράς απέναντι στα μεταυλιστικά αιτήματα ξεπερνά τον
χαρακτήρα της απλής συνειδητής επιλογής και προσλαμβάνει δομικές διαστάσεις.
Χωρίς να θέλουμε να προδικάζουμε, από μία φιλοσοφικό/ιδεολογική σκοπιά, η
μεταστροφή της φύσης των επιδιώξεων από τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α συνεπάγεται την ρήξη με
την πλανητική λογική του νεοφιλελευθερισμού και την πρόταση ενός μοντέλου
ανάπτυξης αντίστοιχου με αυτού που επιλέχτηκε από το ΠΑ.ΣΟ.Κ μεταπολιτευτικά.
Κάτι τέτοιο όμως, αν δεν λάβει πρωτοποριακές διαστάσεις, θα οδηγήσει στη
ταύτιση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α από τους αντιπάλους του με το γιγάντιο πελατειακό κράτος
και την αντιπαράθεση σε όλες τις γραμμές με τους ευρωπαίους εταίρους και το
Δ.Ν.Τ. Μέσα από αυτή την εξίσωση θα μπορούσαμε ίσως να ελέγξουμε και την
ποιότητα του αναπροσανατολισμού στον πολιτικό ρεαλισμό ( μιας και με τον
πολιτικό ρεαλισμό δεν εννοούσαμε τον συμβιβασμό, αλλά το ξεπέρασμα του
λαϊκιστικού του προφίλ ).