Πέμπτη 4 Οκτωβρίου 2012

Μνημόνιο, μία Ιστορική προσέγγιση


ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Στο κέντρο της συλλογιστικής κάθε κοινωνικού επιστήμονα της εποχής βρίσκεται η οικονομική κρίση, βρίσκονται οι βίαιες συνέπειες που αυτή έχει στο επίπεδο της κοινωνίας. Έτσι προωθείται το όραμα της Ανθρωπιάς. Μια τέτοια συλλογιστική όμως δεν ανατρέπει τον ουσιαστικό πυρήνα, τον κρατήρα, μέσα από τον οποίο απορρέουν οι σύγχρονες πολιτικοοικονομικές ανησυχίες. Στην ελληνική περίπτωση, κάτι τέτοιο γίνεται εμφανές από την πιο στοιχειώδη μελέτη της τροπής που έλαβε  η δημόσια συζήτηση γύρω από τον οικονομικό εκτροχιασμό.

Η συζήτηση στην Ελλάδα σήμερα περιστρέφεται γύρω από δυο άξονες, οι οποίοι όμως δεν μπορούν να νοηθούν χώρια, όμως ούτε και σε πλήρη ταύτιση. Οι δυο αυτοί άξονες σχετίζονται άμεσα με το μείγμα της οικονομικής πολιτικής που ονομάζεται Μνημόνιο, και αφορούν αφενός το κατά πόσο μια τέτοια πολιτική μπορεί να είναι αποδοτική ( εξετάζεται δηλαδή το οικονομικό πρόβλημα στην βάση μιας δεδομένης ιστορικής και οικονομικής φάσης ), αφετέρου δε το πρόβλημα τίθεται γύρω από το καθεστώς μιας εντεινόμενης κοινωνικής δυσαρέσκειας απέναντι στο πολιτικό σύστημα ( σε αυτή τη περίπτωση θεωρούμε πως το οικονομικό πρόβλημα είναι προέκταση μιας δεδομένης πολιτικής ηγεσίας η οποία αδυνατεί να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά την δεδομένη ιστορική και οικονομική φάση ).

Πρόθεση μας να είναι να εξετάσουμε την οικονομική κρίση με μακροσκοπικούς όρους. Αν θέλετε, με εγελιανούς όρους, να εξετάσουμε τον τρόπο με τον οποίο το ‘’Απόλυτο διαλύεται μέσα στο πεπερασμένο’’. Σημείο εκκίνησης θα είναι η Ελλάδα, η Ελλάδα του Μνημονίου και της οικονομικής κρίσης. Αυτό που δεν θα είναι καθόλου αυτονόητο, είναι το σημείο του τερματισμού. Θα υποστηρίξουμε πάντως πως η πεπερασμένη ιστορική στιγμή που ονομάζεται ‘’νεοφιλελευθερισμός’’ 1 φτάνει προς το τέλος της, με τρόπο τέτοιο ώστε να αμφισβητεί την ηγεμονία του ίδιου του καπιταλισμού.

MNHMONIO, ΠΟΛΙΤΙΚΟ Ή ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ;

Στο Μνημόνιο καταλογίζεται σήμερα το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης για την οικονομική και κοινωνική εξαθλίωση. Το Μνημόνιο αποκτά με αυτό τον τρόπο μια ιστορική υπόσταση και έτσι λοιπόν όταν κάνουμε λόγο για ‘’δυσμενή αλλά αναπόφευκτα μέτρα’’, για ‘’μέτρα εξαθλίωσης του Ελληνικού λαού’’, για ‘’αντιλαϊκά μέτρα’’ φωτογραφίζουμε τα μέτρα που προβλέπονται στην δανειακή σύμβαση ως τέτοια,  και τα ανάγουμε σε αίτια της κρίσης. Παρότι μια τέτοια αντίληψη δεν είναι εξ ορισμού λανθασμένη, αγνοεί το οικουμενικό αντίκτυπο των μέτρων, αγνοεί την δομική αντίληψη που πρεσβεύουν και προσπαθούν να επιβάλουν. Έτσι κατευθείαν διαπράττουμε ένα ερμηνευτικό σφάλμα. Το σφάλμα είναι πως δεν έχουμε αντιληφτεί την διττή φύση του Μνημονίου, και συνακόλουθα τον αμφίσημο του χαρακτήρα και κυρίως, την ιστορική διαδρομή που διένυσε για να αποκτήσει υποστασιακή συνείδηση.

Καλό θα ήταν πρωτίστως να ορίσουμε το Μνημόνιο ως την γενικότερη στρατηγική αντιμετώπισης της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα, και να συμπεριλάβουμε σε αυτόν τον ορισμό τα πρόσωπα ή κράτη που την προωθούν. Αμέσως έχουμε να κάνουμε με, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, δυο παραμέτρους. Ας ξεκινήσουμε πρώτα με αυτήν που ονομάζουμε πολιτική όψη του.

Υπάρχουν φωνές , τόσο από το εσωτερικό αλλά κυρίως από το εξωτερικό , που κάνουν λόγο για την καθυστερημένη εδώ και 200 χρόνια νεοελληνική αστική επανάσταση. Τι μας λένε οι φωνές αυτές ; Μας λένε πως έχουμε να κάνουμε με ένα κράτος τεμπέληδων, των οποίων η ανατολίτικη νοοτροπία στέκεται και στάθηκε στο παρελθόν η τροχοπέδη για τον εκδυτικισμό της χώρας. Με τον όρο εκδυτικισμό εννοούν την οικονομική σύγκλιση της Ελλάδας με τις χώρες του πυρήνα, όπως η Γερμανία, και αυτό όχι μόνο σε επίπεδο οικονομίας αλλά και σε επίπεδο νοοτροπίας ( έχουν ειπωθεί πολλά, πχ για την φορολογική κουλτούρα των Ελλήνων ). Συλλήβδην, αντιπαραθέτουν στον δυτικό εκσυγχρονισμό τον νεοελληνικό ψυχισμό, την κουλτούρα.

Γύρω από αυτήν τη πεποίθηση, καλλιεργήθηκε συνειδητά μια γενικότερη καχυποψία απέναντι στις χώρες του Νότου, οι οποίες θεωρήθηκαν η γέφυρα για την μετάδοση της Κρίσης σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτό που δεν μας είπαν ήταν σε τι αποβλέπει η οικονομική πολιτική που επέλεξαν αυτές οι χώρες. Με αυτά και με εκείνα φτάνουμε στο οικονομικό σκέλος του Μνημονίου. Η λογική πίσω από το οικονομικό σκέλος είναι η εξής : Παρόλα αυτά, η Ελλάδα και οι χώρες του Νότου δεν πρέπει να χρεοκοπήσουν διότι θα μας δημιουργήσουν οικονομικό πρόβλημα αλλά και ένα έλλειμμα οικονομικής και πολιτικής αξιοπιστίας. Από-νομιμοποίηση. Το Μνημόνιο συντάχθηκε λοιπόν γύρω από δυο άξονες. Θα προωθούνταν οι ιμπεριαλιστικές λογικές των κέντρων αφού θα βαφτίζονταν μεταρρυθμίσεις με σκοπό την επιβολή του νεοφιλελευθερισμού, και ταυτόχρονα οι πολίτες των χώρων του Νότου θα αποκτούσαν συστημική κουλτούρα, δηλαδή σε βάθος χρόνου, η ιδιαίτερη τους κοσμοαντίληψη θα γινόταν η διευρυμένη και παγκοσμιοποιημένη αντίληψη του δυτικού πολίτη ( του πολίτη με την φορολογική κουλτούρα πχ ).

Ας επιστρέψουμε τώρα στην λεγόμενη αστική επανάσταση που βεβαίως, όπως θα καταλάβατε, δεν πρόκειται για καμία επανάσταση με την στενή έννοια. Αν λοιπόν αποτύχουν οι προωθούμενες μεταρρυθμίσεις δεν θα φταίμε Εμείς, θα φταίνε Αυτοί. Θα φταίει ο Έλληνας πολίτης, ο Ισπανός, ο Πορτογάλος όπως έφταιγε ο Κονγκολέζος σε μία άλλη εποχή. Θα φταίει, διότι η κουλτούρα του, το σύστημα των αξιών που χρησιμοποίει για να ιδιοποιείται τον κόσμο, αντιστέκεται. Αν ο Έλληνας ο Ισπανός ο Πορτογάλος δεν ήταν ‘’ισότιμα’’ μέλη της Ε.Ε θα τον αφήναμε στη μοίρα του. Θα τον κλειδώναμε στο μπαούλο της ιστορίας μαζί με τον Κονγκολέζο. Αυτό μας λένε2.

 Εμείς τους λέμε ότι η απόπειρα νεο-φιλελευθεροποίησης της ελληνικής κοινωνίας, επισπεύδει μια πολύ απλή διαδικασία : την επιβίβαση του Έλληνα στο Άρμα της πλανητικής δυσαρέσκειας και εξέγερσης. Το Μνημόνιο, που φτιάχτηκε κατ’εικόνα και καθ’ομοίωση του ιμπεριαλιστικού κέντρου λειτουργεί απαυτή την έννοια ως ο πολιορκητικός κριός, που ποτισμένος με το δηλητήριο του Κόσμου, τσακίζει και μολύνει τον λαό. Το κέλυφος έσπασε και από την ρωγμή ξεπηδούν επαναστατικές ιαχές. Αστικές; Αντιστυστημικά αστικές, σίγουρα ανατρεπτικές.

Η ΑΠΟΔΥΝΑΜΩΣΗ ΤΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ – Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΠΟΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΡΟΛΟΥ ΤΟΥ

Αυτό μας οδηγεί να ταξιδέψουμε μακριά από την Ελλάδα, να δούμε όλες τις γωνιές του κόσμου. Στην πραγματικότητα η κρίση είναι δομική. Τι εννοούμε με τον όρο δομική : ότι η παγκόσμια αναταραχή την οποία παρακολουθούμε δεν προκαλείται από τους αγώνες των καταπιεσμένων, αλλά από την κρίση εκείνων των δομών που τους καταπιέζουν. Ενδεχομένως να θεωρούμε πως αυτοί οι αγώνες είναι μάταιοι, πως δεν αμφισβητούν και δεν πρόκειται να ανατρέψουν καμία ισορροπία. Λάθος.

Λάθος διότι, για πρώτη φορά στην ιστορική εξέλιξη του καπιταλισμού, είναι τόσο έντονη η ιστορική απονομιμοποίηση του ρόλου του. Ο καπιταλισμός χρεοκοπούσε το 30’ και διένειμε ελευθερίες και παχυλούς μισθούς ( American Dream ). Ο καπιταλισμός χρεοκοπούσε το 70΄ δίδοντας φρούδες ελπίδες στο όνομα της αυτοδιάθεσης των λαών3.Ο καπιταλισμός χρεοκοπεί το 2020’ και η μόνη λύση που μπορεί ουσιαστικά να επιλέξει είναι η αναδίπλωση της επιρροής του. Η επίκληση στην αξιοπιστία του δεν πείθει. Η κρίση είναι κρίση της παγκοσμιοποίησης. Είναι κρίση της παγκοσμιοποίησης, αν με αυτήν εννοούμε την κατάργηση των εθνικών συνόρων και την ελεύθερη κατανομή των κεφαλαίων σε ολόκληρο τον κόσμο. Η ανισομερής κατανομή του κεφαλαίου μεταξύ των εθνικών κρατών συνδυάζεται, στοιχείο μιας Κρίσης, βίαια, με άνιση κατανομή του κεφαλαίου στο εσωτερικό των κρατών. Όσο τα κέντρα θα επιχειρούν να μεταθέσουν το κόστος της κρίσης στο εξωτερικό, τόσο η φτώχεια και η εντεινόμενη δυσαρέσκεια θα κυριαρχούν και θα αυξάνονται.

Πίσω στην Ελλάδα. Κρίση, και ανοίγουμε τις ειδήσεις. Τι βλέπουμε; Συζητήσεις για την άνοδο της Χρυσής Αυγής, πορείες στο Σύνταγμα και στην Θεσσαλονίκη, κρίση των Πολιτικών Κομμάτων, αύξηση της εγκληματικότητας. Όλα συνιστώσες του ίδιου προβλήματος. Η κρίση της νομιμοποίησης του καπιταλισμού είναι κρίση νομιμοποίησης των κρατών. Ο σύγχρονος άνθρωπος έχει χάσει κάθε ίχνος εμπιστοσύνης απέναντι στο κράτος, δεν το θεώρει ανταποδοτικό, κατά μια έννοια αμφισβητεί τον ιστορικό του ρόλο. Αυτό έχει συμβεί και στο παρελθόν, όχι όμως ελλείψει ελπίδας. Η ελπίδα χάθηκε και αυτή, τα ιμπεριαλιστικά κέντρα αμφισβητούνται μαζί της, και η ηγεμονία τους προοδευτικά και σε επίπεδο ιδεολογίας εξασθενεί. Τα συμπιεσμένα αποθέματα μίας 60ετίας έρχονται στην επιφάνεια. Είναι άραγε απορροίας άξιο το πώς μια ταινία για τον Μωάμεθ έχει τη δύναμη να κινητοποιεί μια τόσο μεγάλη μάζα ανθρώπων απέναντι στην κυρίαρχη δύναμη του κοσμοσυστήματος, τις Η.Π.Α. Στη Συρία δε, η εξέγερση είναι εκτός ελέγχου από τα μεγάλα ηγεμονικά κέντρα, ο Ο.Η.Ε είναι απλός παρατηρητής, ο λαός της Συρίας ζητά την ανεξαρτησία του από τον ιμπεριαλισμό, το ίδιο και οι Ισπανοί, οι Έλληνες, οι Ιταλοί, οι Κονγκολέζοι.

ΚΡΑΤΟΣ- ΕΘΝΟΣ / ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ

Το σημερινό παγκόσμιο κίνημα δεν αμφισβητεί σε καμία περίπτωση την στρατιωτική ηγεμονία των Η.Π.Α. Αν συζητάμε για αμφισβήτηση της ηγεμονίας σήμερα είναι επειδή ακριβώς αυτή δεν παρουσιάζεται, δεν ξεδιπλώνεται διά των όπλων. Τα ηγεμονικά κράτη αδυνατούν, τουλάχιστον υπό τις παρούσες συνθήκες, να επικαλεστούν το ιδεώδες του Πολέμου. Αυτό γιατί ακριβώς πριν φτάσουν σε αυτό το στάδιο, πρέπει πρώτα να αποκτήσουν την ίδια την πολιτική τους νομιμοποίηση μέσω της συγκατάνευσης των πολιτών τους. Δεν σημαίνει όμως ότι δεν μπορούν να μεταπηδήσουν αυτό το στάδιο.

Ας προσπαθήσουμε να δούμε ρεαλιστικά τι συμβαίνει σήμερα, να δικαιολογήσουμε την θέση περί από-νομιμοποίησης των κρατικών μηχανισμών. Όχι τόσο να πούμε τι προσπαθούν να προτάξουν ως πιθανό κατασταλτικό αντίδοτο στη λαϊκή από-νομιμοποίηση, αλλά τι προτασσόταν έως σήμερα ως αντίδοτο και αν τώρα αυτό απουσιάζει. Μιλήσαμε για την άνοδο των ρατσιστικών κινημάτων, ενώ στο μικροσκόπιο μας βρέθηκε και ο κόσμος του Ισλάμ. Ο κόσμος του Ισλάμ δεν κάνει την ’’αστική του επανάσταση’’ με όρους σύγκλισης, όμως κάνει μια εν γένει εκκοσμικεύμενη, και όχι θεολογική επανάσταση, με τα δικά του πάντα ‘’φυσιογνωμικά’’ χαρακτηριστικά. Τα νεοφασιστικά κόμματα δεν αναβιώνουν τον ναζισμό όμως εφορμούν από την ιδεολογική σύγχυση που επιφέρει η κατάργηση της νομιμοποιητικής ύλης των κρατών, που είναι ουσιαστικά το Έθνος.

Θεωρούμε πως μαζί με το Έθνος καταργείται και το Κράτος και το αντίστροφο. Όταν το Κράτος χάνει κάτι από το Κράτος του, χάνει παράλληλα και κάτι από το Έθνος του και το αντίστροφο. Ας υποστηρίξουμε αυτόν τον ισχυρισμό. Τον 16ο αιώνα περίπου, η φεουδαλική κοινωνία άρχισε προοδευτικά να φθείρεται και να δίνει την θέση της σε ένα νέο οικουμενικό κόσμο-σύστημα. Το κόσμο-σύστημα αυτό ονομάζεται εκ τότε καπιταλισμός, ή κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής. Ο δούλος των μικρών δουκάτων προοδευτικά μετατρέπεται σε εργάτη ενός μεγάλου αστικού κέντρου. Σε ένα οργανικό δηλαδή μέρος του υπό διαμόρφωση παγκόσμιου Κοσμοσυστήματος, καθόσον είχε την δυνατότητα να παράγει και να οικειοποιείται πλούτο. Το σύστημα αναπαρήγαγε τον εαυτό του φυσιολογικά, και με αυτόν τον τρόπο δημιουργήθηκαν μεγάλες γραφειοκρατικές δομές, θεσμικές αποκρυσταλλώσεις που έθεταν σε κίνηση και συντηρούσαν τα γρανάζια της Ιστορίας. Το Κράτος. Μια σύνοψη των παραγωγικών σχέσεων με την δυνατότητα να κινεί τις παραγωγικές του δυνάμεις προς στόχους και ( γεωγραφικές ; ) κατευθύνσεις.

Γνωρίζουμε βεβαίως για τον καπιταλισμό, πως αποτελεί εκ των πραγμάτων ένα σύστημα ιεράρχησης, με την έννοια μιας κάθετης δομής που διατρέχει το σύνολο των οικονομικών σχέσεων. Το Κράτος λοιπόν, κατ’εικόνα και καθ’ομοίωση αυτών των περίπλοκων κοινωνικών, πολιτικών και οικονομικών σχέσεων απέκτησε και αυτό μια αντίστοιχη ιεραρχική δομή. Και την ίδια δομή, σφυρηλατημένη κάτω από τις σχέσεις ανταγωνισμού των ελίτ απέκτησε και το πλανητικό σύστημα, στο οποίο τα κράτη είναι πλέον τα υποκείμενα. Όμως η δομή απείχε πολύ από το να θεωρείται πλήρως οικουμενική ή απόλυτα ηγεμονική.

Για όσο καιρό λοιπόν οι πολιτικές και οικονομικές επιδιώξεις της ηγέτιδας τάξης ικανοποιούνταν, δηλαδή της τάξης που είτε έλεγχε τα μέσα παραγωγής, είτε κατείχε πολιτικές εξουσίες, το σύστημα λειτουργούσε ικανοποιητικά, και καμία ανάγκη αναθεώρησης των όρων της λειτουργίας του δεν πρόεκυπτε. Όμως αυτή η ισορροπία σύντομα θα διαταρασσόταν. Όταν συνέβη αυτό δυο πράγματα συνειδητοποιήθηκαν. Από την μια θα έπρεπε να αλλαχτούν οι όροι του παιχνιδιού στο εσωτερικό των Κρατών, να επιτραπούν δηλαδή ορισμένες παραχωρήσεις προς τον Λαό, πολιτικές ή οικονομικές, τόσες μάλιστα που σε καμία περίπτωση να μην διαταράσσουν την ασφαλή αναπαραγωγή των ισχυόντων κοινωνικών συσχετισμών.  Από την άλλη όμως, ακόμη και μια τέτοια εξέλιξη δεν θα ήταν αρκετή, διότι για την ασφαλή αναπαραγωγή των ισχυόντων συσχετισμών πρέπει να επιτευχτεί η επέκταση της οικονομικής δραστηριότητας στο εξωτερικό.

 Στο σημείο αυτό αποφασίστηκε ή συνειδητοποιήθηκε η συνέχιση της οικονομίας σε παγκόσμιο επίπεδο, με πολιτικά μέσα. Και κάπου εκεί, κατανοήθηκε πως η συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα, δηλαδή ο πόλεμος προϋπέθετε και έναν λαό έτοιμο να πολεμήσει. Κάθε φορά που οι επιθυμίες του λαού θα αυξάνονταν απειλητικά για την καθεστηκυία τάξη, θα μας έκαναν ορισμένες παραχωρήσεις , ενώ στο επίπεδο των Διεθνών Σχέσεων, κάθε φορά που θα αποτύγχανε η Πολιτική, θα την συνεχίζανε με άλλα μέσα, και με την προϋπόθεση ο λαός να ήταν έτοιμος να τα εφαρμόσει. Η αναπαραγωγή των σχέσεων εξουσίας προϋπέθετε την κοινωνική συνοχή και την εφεύρεση μίας συγκολλητικής ουσίας.

Ανάμεσα σε αυτούς τους δυο πόλους απλώθηκε μια νοητή γραμμή. Το Έθνος. Το Έθνος ήταν εκείνο που θα συγκολλούσε τα πιο ανομοιογενή ταξικά, πολιτισμικά, θρησκευτικά στοιχεία, και θα τα έθετε υπό τον πλήρη έλεγχο του Κράτους. Με αυτόν τον τρόπο θα τα ένωνε σε ένα κοινό σκοπό, σε ένα κοινό σύμβολο. Είναι υπό το λάβαρο του Έθνους που οι Πλούσιοι εξισώνονται με τους Φτωχούς έλεγε ο Ντισραέλι, ο πριν το 1917 Τρότσκυ, ανταποκριτής στους Βαλκανικούς Πολέμους, αναρωτιόταν για το πώς ο εθνικισμός υπερισχύει του διεθνισμού4. Το έθνος διατρέχει σαν μια νοητή γραμμή την ανομοιογενή μάζα, και η υπόμνηση του πολέμου, αυτή είναι πιο δυνατή από την πιο σκοτεινή φυλακή.

Ο πόλεμος όμως δεν πηγάζει άμεσα από την ιδέα του Έθνους. Ο πόλεμος πηγάζει άμεσα από τον ρατσισμό. Ο ρατσισμός είναι η αντιστροφή του έθνους. Είναι, θα λέγαμε, η ιμπεριαλιστική υπόσταση που αποκτά το έθνος όταν εξωτερικεύεται, όταν ξεφεύγει από τα εθνικά σύνορα. Ο πόλεμος είναι συνυφασμένος κατά αυτόν τον τρόπο με τον κοινωνικό σχηματισμό και την ίδια την ηγέτιδα τάξη που τον ελέγχει, άλλα και το κράτος καθεαυτό. Γιατί όμως, ακόμη και όταν δεν υπήρχαν κράτη, στον Μεσαίωνα πχ, υπήρχαν συγκρούσεις; Η απάντηση είναι ότι το κράτος καθεαυτό, από μόνο του, και ποτέ δεν υπάρχει μόνο του, χρειάζεται το έθνος και το αντίστροφο, όχι μόνο για να εκπληρώσει τις εσωτερικές του υποχρεώσεις, αλλά και για να επεκτείνει την φυσική του ηγεμονία. Πολιτικά ή Οικονομικά ή Πολιτισμικά. Όταν οι ηγεμόνες του Μεσαίωνα έκαναν πολέμους ζητούσαν την νομιμοποίηση τους από την Δυτική Εκκλησία, και αποφασίζανε τον πόλεμο όχι υπό την αιγίδα του κράτους, αλλά από την ιστορική ανάγκη που γεννούσε ο φεουδαλικός σχηματισμός. Προσοχή! Δεν υποστηρίζουμε ότι με την κατάρρευση του κράτους/έθνους, θα εξαλείψουμε τον πόλεμο!

Για να επιστρέψουμε στην ιστορική μας αναδρομή, η επεκτατική φύση των κρατών, η οποία είπαμε πως είναι τεχνητή – από τη στιγμή που προϋποθέσαμε πως είναι συνδεδεμένη με τον καπιταλισμό  – επιβεβαιωνόταν πρακτικά κάθε φορά που έκανε συνειδητή επίκληση στην ιδέα του Έθνους. Ποιος ήταν ο τρόπος με τον οποίο χαρακτήριζαν τα επίσημα δυτικά κράτη τους Κομμουνιστές την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου;  Η συνειδητή επίκληση στην Ιδέα του Έθνους, απομονώνει τα υπόλοιπα έθνη ή ομάδες που διάκεινται εχθρικά απέναντι του και τα αναγάγει σε εχθρούς που πρέπει να εξολοθρευθούν. Τι είναι αυτό; ο Ρατσισμός με νομική κάλυψη.

Από δω και στο εξής τα πράγματα γίνονται πιο εύκολα. Τι είναι ο Ρατσισμός με νομική κάλυψη; Είναι ο Ρατσισμός που δεν απέκτησε το φασιστικό περίβλημα και που σκόπιμα και νόμιμα χρησιμοποιήθηκε ως ένα μεγάλο βαθμό για την νομιμοποίηση των Κρατών. Η απονομιμοποίηση όμως των κρατών θολώνει τα νερά του Έθνους, και η επίκληση της ηγέτιδας τάξης στο Έθνος δεν εμπνέει καμία πίστη στο Λαό. Σήμερα όλοι οι πολιτικοί του κέντρου βαπτίζονται καταπιεστές και όλοι οι ηγέτες της περιφέρειας τσιράκια των κέντρων.

Η υπόμνηση του πολέμου δεν εκτονώνει πλέον κανένα μεγάλο ιδανικό, και οι εχθροί του έθνους είναι όσοι μας κλέβουνε τις δουλειές και μειώνουν το κόστος εργασίας. Κανένας πολίτης, με χρεωκοπημένο το κράτος δεν θα πιστέψει σε έναν δίκαιο αγώνα του έθνους. Δεν εννοούμε και εδώ την κατάργηση των εθνών. Ούτε την υπερίσχυση της ταξικής συνείδησης στη θέση της εθνικής. Τονίζουμε όμως πως τα κράτη πηγαίνουν μαζί με τα έθνη τους, και πως μιας και χρεοκοπεί το κράτος χρεοκοπεί και το ιδανικό του Έθνους που επιτρέπει την ομαλή αναπαραγωγή του κράτους, ιδίως όταν η δύναμη του να νομιμοποιεί καταστάσεις καταπίεσης, όπως και η σημερινή, μειώνεται. Τα μέτρα καταστολής στην Ισπανία έχουν ήδη αρχίσει να γίνονται βίαια.

 Σίγουρα πάντως υπήρχαν και περιπτώσεις που η ιδέα του Έθνους ήταν συνυφασμένη με τις λαϊκές επιδιώξεις. Αυτό συνέβη κυρίως στην Αφρική με τα λεγόμενα Εθνικοαπελευθερωτικά Κινήματα, συνέβη και στην Ελλάδα, δηλαδή συνέβη με τα κινήματα που επιζητούσαν να δημιουργήσουν κρατικούς μηχανισμούς, να αποκτήσουν συνοριακή αναγνώριση. Όπως και να χει το ερώτημα συνεχίζει να υπάρχει. Σήμερα, στην Ελλάδα, στην Ισπανία, στην Ιταλία, στη Μέση Ανατολή, στον Κόσμο, με ποιον τρόπο προτάσσεται το συμφέρον του Κράτους εθνικά; Τι αποτελεί τον εθνικό στόχο του κάθε κράτους;

Μένει να δούμε τι συμβαίνει με αυτό. Δεν μένει όμως καθόλου να δούμε τι συμβαίνει με τα κράτη, τα αντικείμενα δηλαδή που μπορούν να υποβληθούν σε μία ρεαλιστική, υλιστική, πρακτική μη εργαλειοποιημένη και μη αφηρημένη κριτική.

ΚΡΑΤΟΣ: ΚΥΚΝΕΙΟ ΑΣΜΑ Ή ΤΟ ΛΥΚΝΟ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ;

Είπαμε πως ο κόσμος, ο λαός, τα άτομα, οι πολίτες έχουν χάσει την εμπιστοσύνη τους απέναντι στο κράτος, έχουν χάσει δε και την ελπίδα τους. Αυτό σημαίνει πως το Απόλυτο Πνεύμα έχει χάσει την προοπτική της ‘’αναγνώρισης’’ της Πολιτείας ως αυτοσυνείδησης και απόλυτης αξίας. Αυτό σημαίνει πως ο Λαός δεν αναγνωρίζει στο κράτος τον κύριο σκοπό του, σύμφωνα με την νομοτελειακή προοπτική που θέτει ο Χέγκελ ως αναγνώριση της αυτοσυνείδησης και πραγμάτωση του Θεού στον Κόσμο, που είναι να επιφέρει την ευημερία μεταξύ των πολιτών. Η χαμένη ελπίδα ουσιαστικά καταμαρτυρεί την χρονικότητα της παραπάνω πεποίθησης, ότι δηλαδή ούτε τώρα αλλά και στο μέλλον το κράτος ( στην ιδιαίτερη ιστορική του στιγμή- στην μνημονιακή του στιγμή ) δεν δύναται να πραγματοποιήσει τον Θειο Λόγο. Αντίθετα-

Το παγκόσμιο κίνημα, παρά την ανομοιογένεια  του, παρουσιάζει, το είπαμε πολλές φορές, τα παραπάνω κοινά χαρακτηριστικά. Η ιστορική ιδιαιτερότητα στην προκειμένη περίπτωση είναι η έλλειψη της ελπίδας.  Όταν λείπει η ελπίδα για το κράτος, λείπει η ελπίδα για το έθνος, λείπει η ελπίδα για τις εθνικές κυβερνήσεις ( τι είναι η παρακμή των πολιτικών κομμάτων; Ποτέ χρονολογείται; Μήπως με την άνοδο του νεοφιλελευθερισμού; Τις ενεργειακές κρίσεις ; ) . Ο καθένας αναζητεί την ελπίδα λοιπόν όπου μπορεί. Την αναζητεί στον ρατσισμό, και στον φασισμό ας πούμε, διότι η χρεοκοπία του Κράτους οδηγεί στην παρακμή του Έθνους ως λαϊκής έννοιας με οριζόντια ενίσχυση του ρατσισμού5. Το έλλειμμα παραμένει έλλειμμα. Ο άνθρωπος ψάχνει έτσι την έννοια της χαμένης κοινότητας στο ρατσισμό, όχι στο κράτος. Την έννοια της χαμένης ατομικότητας του την επικυρώνει στην αυτοκτονία, ή στο αφηρημένο βασίλειο του Θεού. Το Μνημόνιο μετατρέπεται σε αντινομία. Αστική Επανάσταση;

Υπάρχουν πολλών λογιών άνθρωποι, και για αυτό στην Μέση Ανατολή ας πούμε, που στερούνταν μέχρι πρότινος των βασικών πολιτικών-ανθρώπινων της δικαιωμάτων η επανάσταση ακλούθησε την ίδια πορεία με αυτά6. Φυσικά αυτοί οι άνθρωποι απέχουν πολύ από το δυτικό/Ευρωπαϊκό μοντέλο ώστε να μιλάμε για σύγκλιση με τους όρους που θέσαμε στις αρχές. Δεν έχουμε να κάνουμε με καμία αστική επανάσταση. Ο Μωάμεθ στέκει εκεί, δεν αμφισβητείται διόλου η ηγεμονία του. Σας υπενθυμίζουμε λοιπόν πως παρά τις διαφορετικές ιστορικές καταβολές των εξεγερμένων, της ιδιαίτερης κουλτούρας τους, ενώνονται όλοι κάτω από το λάβαρο της οικονομικής κρίσης και της κρίσης του Κράτους.

Μαζί με την αποτυχία του νεοφιλελευθερισμού, στέκει και η αποτυχία του Κράτους, όμως η αποτυχία γίνεται πτώση όταν θα εκλείψει και το Έθνος. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, τα ιδανικά που δομήθηκαν γύρω από το σύγχρονο καπιταλιστικό Κράτος, τα οποία έπρεπε να τα προστατέψει, να τα συνενώσει και να τα προωθήσει καταρρέουν μαζί με αυτό. Το Μνημόνιο μετατρέπεται σε αντί-συστημική αντινομία. Το δόγμα της συνεχούς στον χρόνο και αδιάλειπτης γεωγραφικά προόδου αμφισβητείται. Οι οικονομικές ανισότητες στο εσωτερικό των κρατών υπενθυμίζουν την ολιγαρχική συσσώρευση του πλούτου. Το χάος στο εσωτερικό διογκώνεται. Οι εξεγερμένοι κοιτούν με ιστορική καχυποψία τον κομμουνισμό, που μέχρι σήμερα αφομοιώθηκε θεσμικά και πολιτικά και συνιστά από μία άποψη την Τάξη.

Αν και δεν διαθέτουν ταξική συνείδηση, η πλανητική συνείδηση είναι αρκετά ώριμη. Τώρα που οι αντιθέσεις έχουν πολωθεί και ο κόσμος φτάνει σε ένα καλύτερο βαθμό χεγκελιανής αυτοσυνείδησης, με επαναστατικές διαθέσεις. Το Μνημόνιο είναι το κύκνειο άσμα του νεοφιλελευθερισμού.

ΧΕΓΚΕΛ -  Ο ΓΟΛΓΟΘΑΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ7

Τώρα που διατυπώσαμε σαφώς την εξής ερώτηση : κινείται ο Κόσμος προς μια διαφορετική από την πεπατημένη καπιταλιστική λογική κατεύθυνση; πρέπει να την απαντήσουμε. Θα την απαντήσουμε όμως ερωτηματικά.

Για όσο καιρό το Έθνος χρησιμοποιείται ως μια κάποια μορφή αναγνώρισης, δηλαδή αναγνώρισης του Κράτους και της Κοινότητας, θα κρίνεται απαραίτητη η παρουσία του ως αυτοαναγνώρισης. Το τέλος αυτού του ιστορικού σταδίου θα έλθει όταν θα κατακτήσουμε Ιστορικά την αληθινή χρησιμότητα του Έθνους, η οποία βρίσκεται, όπως προαναφέραμε, στο κράτος, ως ιδιαίτερη μορφή πραγμάτωσης της ιστορίας των ανθρωπίνων κοινωνιών. Η κατάρρευση του Κράτους προϋποθέτει την ίδια την κατάρρευση του Έθνους την στιγμή που μπορεί να γίνει και το αντίστροφο.

Η νέα μορφή αναγνώρισης, δηλαδή κοινωνικής οργάνωσης, δηλαδή ιδιαίτερης εξωτερίκευσης της άρνησης της φυσικής κατάστασης μέσω της εργασίας ( που είναι στην προκειμένη περίπτωση, σήμερα, και με όσα ειπώθηκαν πριν, η καπιταλιστική σχέση του ανθρώπου με τον Κόσμο, ο τρόπος με τον οποίο οικειοποιείται από το σπίτι του ως τον χώρο εργασίας του την Καπιταλιστική Κρίση ο άνθρωπος ) προϋποθέτει την αντικατάσταση των κρατών, δηλαδή την οριστική ανατροπή του δίπολου και της συνακόλουθης θεσμοποίησης του, με ένα διαφορετικό είδος πραγμάτωσης της αυτοαναγνώρισης και της αυτοσυνείδησης. Ο καπιταλισμός, πέφτει ταυτόχρονα με την παράλληλη πτώση του Κράτους και του Έθνους. Αυτά τα δύο πάνε μαζί. Εν ολίγοις, ο Κόσμος θα ανατραπεί όταν θα αλλάξει η Ιδέα και ο τρόπος με τον οποίο συλλαμβάνεται η Ιδέα που έχει ο άνθρωπος για αυτόν.

Η διαδικασία της αντικατάστασης των ιστορικών σταδίων από νέα στάδια διέρχεται από διαφορετικές φάσεις. Μια εξ αυτών είναι οι δυνάμεις που θα επικαλεστεί το παλαιό για να αντικρούσει τις δυνάμεις του νέου. Το νέο δεν θα μπορούσε απαραίτητα  να θεωρηθεί αντικρατιστικό δεδομένου ότι το νέο δεν καταλογίζει στον εαυτό του τέτοιες προθέσεις. Η πρόθεση είναι όμως η προϋπόθεση. Η δραστηριότητα του πιο περιθωριοποιημένου πολιτικού στοιχείου, ατόμου η θεσμού, θα ενσωματώσει στην ανατρεπτική δυναμική που πήρε η ιστορία κάτι από τον εαυτό της ως πράξης και ιδέας, ως δραστηριότητας. Με αλλά λόγια, αν το πεπερασμένο, δηλαδή η ιδιαίτερη στιγμή στο ρου της ιστορίας, εγκυμονεί το έμβρυο αυτή τη στιγμή, συγκροτείται κατ’εικόνα και καθ’ομοιωση της φαντασίας μας και των ελπίδων μας για αυτό που αργότερα θα γίνουν ιστορική πράξη, ένα νέο ιστορικό στάδιο.

Η ‘’εργασία του αρνητικού’’ ξεκινά το άνοιγμα προς τον νέο Κόσμο. ‘’Η ιστορία δεν είναι μια μακροσκελής και ατελείωτη σειρά λαθών, αλλά μια συσσωρευτική εμπειρία, που κάποτε θα ολοκληρωθεί’’. Η σύγκρουση των αντιθέτων θα καθορίσει το ποιόν της ολοκλήρωσης. Αυτό που είναι σίγουρο είναι ότι η μια όψη της αντίθεσης είμαστε εμείς. Εμείς είμαστε ο σπόρος του Νέου..

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Ξεκινήσαμε από το Ελληνικό Μνημόνιο, αναρωτηθήκαμε για αυτό, περιγράψαμε μια οικονομική κατάσταση και την εντάξαμε μέσα σε μια γενικότερη προβληματική που να περιλαμβάνει επίσης, ισότιμα, κάθε γωνία του Κόσμου. Ορίσαμε μια αρχή, αφήνοντας μετέωρο το τέλος. Γιατί;

Στόχος της εργασίας δεν ήταν να δώσει κατηγορηματικές απαντήσεις και αφορισμούς. Η σύγχρονη φιλοσοφία, η μετά Χέγκελ φιλοσοφία, ουσιαστικά ξεκινά από το σημείο που εμείς σταματήσαμε. Ο Μαρξ κατηγόρησε τον Χέγκελ για Συντηρητισμό. Θεώρησε ότι ενώ έλυσε το αίνιγμα του Κόσμου και της Κίνησης του σταμάτησε πολύ νωρίς, στο Κράτος, δεν προχώρησε στο ιδεατό, στον κομμουνισμό, την αταξική κοινωνία. Όμως προς το παρόν, στο επίπεδο της καθαρής θεωρίας, ο Μαρξ απλά προχώρησε ένα θεωρητικό βήμα παραπάνω. Μας έδειξε ένα σημείο στο οποίο πρέπει να θέσουμε την οριστική επίλυση του αινίγματος της ιστορίας και ύστερα να αναρωτηθούμε για τα αναγκαία μέσα που θα έπρεπε να επιστρατεύσουμε για την κατάκτηση της.

Ο στόχος ήταν τέτοιος, ώστε εμείς να αποφύγουμε οποιαδήποτε νομοτελειακή ανάγνωση των νόμων της ιστορίας. Να εξορίσουμε τον ντετερμινισμό, οιασδήποτε φύσεως. Έγινε έτσι ώστε να πούμε : ενώ καταλαβαίνουμε, δεν ξέρουμε, ή τουλάχιστον δεν ξέρουμε ακριβώς. Στο σημείο αυτό ξεκινά το δικό μας ταξίδι. Ποιο θα είναι το σημείο που θα σταματήσουμε, δεν ξέρουμε. Το μνημόνιο, και το κάθε Μνημόνιο, είναι απλά ένα τμήμα της ιστορίας. Η ιστορία δεν γράφεται από άρθρα ούτε από επίσημα έγγραφα. Για την ακρίβεια, η ιστορία γράφεται καθημερινά, μέσα από αγώνες, μέσα από ήττες ή κατακτήσεις, μέσα από κινητοποίηση. Η κρίση γεννά ευκαιρίες για γόνιμη και ουσιαστική δραστηριοποίηση. Θα ήταν όμως καλύτερα, αν σε όλα τα παραπάνω, προσθέταμε κάτι ακόμα : είτε η Ιστορία φαντάζεται για εμάς τα πιο αισιόδοξα, είτε τα χειρότερα, καλό είναι πάντα σε αυτήν να προσθέτουμε ως όρο την λέξη ανθρωπιά, ως τη δική μας ολοζώντανη υπόμνηση για μία δικαιότερη κοινωνία.























ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1)      Με τον νεοφιλελευθερισμό ως πεπερασμένη ιστορική στιγμή, δεν εννοούμε μονάχα τον νεοφιλελευθερισμό ως τον ιδιαίτερο ιστορικό τρόπο παραγωγής και συσσώρευσης κεφαλαίου, αλλά και τους πολιτικούς θεσμούς που έχουν επιστρατευτεί για την αποπεράτωση αυτής της διαδικασίας. Αν για παράδειγμα θεωρήσουμε το Κράτος ως έναν τέτοιο μηχανισμό, μπορούμε να μιλάμε για κευνσιανό κράτος, ή για κράτος του νεοφιλελευθερισμού, ή για Κράτος ως την μορφή οργάνωσης των ανθρώπινων κοινωνιών στα πλαίσια του Καπιταλισμού, ή για την πεπερασμένη χρονική στιγμή που συγκρούεται με το Απόλυτο και να εννοούμε το είδος του Κράτους που χρειάζεται το εθνικό ή ιμπεριαλιστικό κεφάλαιο για να μετατρέψει τον εαυτό του σε πλούτο.

2)      Ιδιαίτερο ενδιαφέρον από αυτή την άποψη παρουσιάζει το 1,2 *Βιβλιογραφία

3)      Καλό θα ήτανε να πούμε δύο λόγια για τους ευρηματικούς τρόπους που έχει εφεύρει το παγκόσμιο σύστημα, με σκοπό να διαιωνίζει την ηγεμονία του. Αυτοί είναι η καθολική ψήφος ( που έγινε καθολική όπως την ξέρουμε σήμερα στον δυτικό κόσμο, εξαιρετικά καθυστερημένα ), ήταν το κράτος του κοινωνικού δικαίου ή κευνσιανό κράτος και τέλος η ιδέα του Έθνους. Αυτό που πρέπει να θυμόμαστε είναι πως ο Φιλελευθερισμός, τουλάχιστον προγραμματικά, ήταν πράγματι φιλ-ελεύθερος. Το πρόβλημα ξεκίνησε να δημιουργείται όταν φούντωσαν οι λαϊκοί αγώνες και οι θεωρίες έπρεπε να μετουσιωθούν σε πράξη. Οι παραχωρήσεις που έγιναν για να μοχλεύσουν τα κινήματα των καταπιεσμένων μαζών έγιναν προοδευτικά, ούτε πολύ γρήγορα αλλά ούτε και πολύ σιγά. Έγιναν δηλαδή έτσι ώστε να μην αμφισβητούν την αδιαφιλονίκητη ιδεολογική ηγεμονία του Συστήματος και την επιδίωξη του στο να διαιωνίζεται. Το πρόβλημα ήταν ότι έπασχαν από ιδεοληψία. Το ουιλσιανό δόγμα περί αυτοδιάθεσης των λαών, ένα εξαιρετικά φιλόδοξο όπως αποδείχτηκε πρόγραμμα, σε καμία περίπτωση δεν εκπλήρωσε την ειλικρινή διάθεση των αφρικανικών εθνών για ελευθερία. Αντί για αυτό αντικατέστησε την φυσική ύπαρξη των αποικιοκρατών με την ιμπεριαλιστική υπόσταση του κεφαλαίου των αποικιοκρατικών χωρών εγκαινιάζοντας μία νέα μορφή εξάρτησης. Αξίζει να αναφέρουμε και κάτι ακόμα : στο ντοκιμαντέρ του Michael Moore (βλ Βιβλιογραφία ) παρατίθεται ένα ενδεικτικό και πολύ ενδιαφέρον απόσπασμα μιας επιστολής που έστειλε στους πλούσιους καταθέτες της η Citigroup, ένα από τα μεγαλύτερα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα στον κόσμο. Σε αυτήν ενημερώνει τους πελάτες  της πως ο στόχος έχει επιτευχθεί –‘’διαθέτουμε και ελέγχουμε το 95% του εθνικού εισοδήματος ‘’. Διατυπώνει και μία ανησυχία –‘’το μόνο πρόβλημα που θα μπορούσαμε να αντιμετωπίσουμε είναι ότι ακόμα ψηφίζουν’’. Εδώ θα μπορούσε να ξεκινήσει μια συζήτηση για τον ρόλο της πολιτικής, την δύναμη της επιρροής της και την μετατόπιση από τον homo politicus στον homo oeconomicus. Η δική μας πάντως εντύπωση είναι πως ενώ το πολιτικό στοιχείο δεν συμπλέει απαραίτητα με το οικονομικό, τις περισσότερες φορές οι επιλογές του είναι περιορισμένες ακριβώς επειδή υποτάσσεται σε αυτό, έστω και ασυνείδητα.

4)      Benjamin Disraeli (1804-1881), πρώην πρωθυπουργός της Μ. Βρετανίας με τους Τόρρυδες. βιβλίο Sybil or the Two Nations -  http://www.gutenberg.org/ebooks/3760   Leon Trotsky ή Lev Davidovich Bronshtein (1879-1940), ηγέτης της Ρωσικής Επανάστασης και μαρξιστής θεωρητικός. Γράφει χαρακτηριστικά :

5)      Η δυσαρέσκεια απέναντι στις εθνικές κυβερνήσεις και το φιλελεύθερο κράτος, οδηγούν τον λαό στην ανεύρεση συμπληρωματικών εννοιών, που έχουν ως στόχο να καλύψουν όχι μόνο το έλλειμμα που δημιουργείται στο κράτος, μέσω της απονομιμοποίησης του, αλλά και το έλλειμμα που αισθάνονται στην ιδιότητα του πολίτη. Τέτοιες συμπληρωματικές στην ιδιότητα του πολίτη έννοιες είναι η θρησκεία, το έθνος, ο ρατσισμός. Αν μιλούσαμε για κράτη/θρησκείες όπως μιλάμε για κράτη/έθνη, δηλαδή εάν το θρησκευτικό στοιχείο υπερίσχυε του εθνικού στη νομιμοποίηση του κράτους, τότε θα μιλούσαμε για θεολογικό ρατσισμό. Για ρατσισμό επενδυμένο με το προσωπείο του Θεού ( Τζιχάντ ). Η εσωτερίκευση της συμπληρωματικότητας, που εν γένει τροφοδοτείται από την ύπαρξη των αντίθετων της, σαν μια μορφή ρατσισμού, καταργεί το ανθρώπινο πρόσωπο της κοινωνίας, μετατρέποντας την ειρηνική συμβίωση των πολιτών σε μάχη των ομάδων που αναλαμβάνουν συμπληρωματικό ρόλο (αύξηση της εγκληματικότητας).

6)      Θα θέλαμε να κάνουμε μνεία στον ρόλο που διαδραμάτισε το Διαδίκτυο στην εξάπλωση της Αραβικής Άνοιξης. Ο ρόλος των νέων τεχνολογιών, όχι απαραίτητα στην διάδοση επαναστάσεων, αλλά σίγουρα στη μετάδοση επαναστατικών ιδεών θα είναι καταλυτικός τα επόμενα χρόνια για τον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας του Ανθρώπινου Πολιτισμού.

7)       Τα αποσπάσματα που είναι μαρκαρισμένα προέρχονται σχεδόν εξολοκλήρου από το βιβλίο του Κώστα Παπαϊωάννου, Χέγκελ (βλ Βιβλιογραφία).




BIBΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1)      Χέγκελ, Κώστας Παπαιώαννου, Εναλλακτικές Εκδόσεις , 1992

2)      Μετά τον Φιλελευθερισμό, Immanuel Wallerstein, Εκδόσεις Ηλέκτρα, 2002

3)      Η κρίση του 2008, Paul Krugman, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2009

4)      23 αλήθειες που δεν μας λένε για τον Καπιταλισμό, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2011

5)      Οικονομικά και φιλοσοφικά χειρόγραφα, Karl Marx, Εκδόσεις Γλάρος, 1975

6)      Θέσεις για τον Φόιερμπαχ. Ο Λούντβιχ Φόιερμπαχ και το τέλος της κλασικής γερμανικής φιλοσοφίας ,Karl Marx/Friedrich Engels , Εκδόσεις Ερατώ, 2004

7)      Η θεωρία του Μάρξ για  την αλλοτρίωση, Istvan Meszaros, Εκδόσεις Ράππα, 1973

8)      Οντολογία και αλλοτρίωση, Κώστας Παπαιώαννου, Εναλλακτικές Εκδόσεις, 2009

9)      Η κρίση των δικτατοριών, Νίκος Πουλαντζάς, Εκδόσεις Θεμέλιο, 2006

10)   Φαινομενολογία του Πνεύματος,  Georg W. F. Hegel, Εκδόσεις Δωδώνη, 1995

11)   Η επιστήμη της Λογικής, Georg W. F. Hegel, Εκδόσεις  Δωδώνη, 1991

12)   Μάρξ, ο στοχαστής της Τεχνικής, Κώστας Αξελός, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2000

13)   Μαρξισμός : 100 χρόνια ζωής και θεωρίας , Bertram David Wolfe, Εκδόσεις Νέοι Ορίζοντες, 1973

14)   Ντοκιμαντέρ- Capitalism, A love story, Μichael Moore, 2009

Στη μνήμη του μεγάλου Στοχαστή, Eric Hobsbawm
read more "Μνημόνιο, μία Ιστορική προσέγγιση" Διαβάστε περισσότερα...

Τετάρτη 25 Ιουλίου 2012

Το φαινόμενο ΣΥ.ΡΙΖ.Α


TO ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ ΣΥ.ΡΙΖ.Α




Δεν έλειψαν μετά τις εκλογές της 6ης Μαΐου, αλλά κυρίως με την 17η Ιουνίου, οι συγκριτικές ερμηνείες του φαινομένου ΣΥ.ΡΙΖ.Α με το μεταπολιτευτικό ΠΑ.ΣΟ.Κ. Οι αντικειμενικοί παράγοντες που συνετέλεσαν στην ανάδειξη μιας τέτοιας ερμηνευτικής προσπάθειες είναι αρκετοί. Ωστόσο αρκετές είναι και οι ιστορικές ιδιομορφίες, το ιδιαίτερο δηλαδή ανάγλυφο μέσα στο οποίο τοποθετούνται χρονολογικά οι πορείες των δυο κομμάτων. Εκτός λοιπόν από τον λαϊκιστικό-δημαγωγικό χαρακτήρα των ηγετών τους, θα επιχειρήσουμε να καταδείξουμε ορισμένες νέες θεματικές που γύρω τους θα μπορούσε να κινηθεί περιεκτικότερα η ανάλυση.

Μια πρώτη βασική διαφορά για την οποία υπάρχει σχετική ομοφωνία, είναι η ποιότητα της πρόθεσης ψήφου στο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. Η ψήφος των δυο προηγούμενων εκλογικών αναμετρήσεων περιέχει στοιχεία άρνησης, γεγονός που μας επιτρέπει να της προσδίδουμε αντί-συστημικές προθέσεις1. Ενώ η ψήφος στο ΠΑΣΟΚ δεν ήταν σε καμία περίπτωση η πλήρης και θετική ανταπόκριση απέναντι στο αμφίσημο κυβερνητικό του πρόγραμμα, και εμπεριείχε επίσης στοιχεία άρνησης- της άρνησης της μετεμφυλιακής δεξιάς- είχε πάντως την δυνατότητα να συμπυκνώσει στις έννοιες του εκσυγχρονισμού και της αλλαγής θεσμικές και πολιτικές μεταρρυθμίσεις που νοηματοδοτήθηκαν από το κράτος της δεξιάς, επιβίωναν ετεροχρονισμένα και με την οριστική επίλυση τους προσέδωσαν στον αντιδεξιό-αριστερίστικο χαρακτήρα της νέας παράταξης μεγάλη δυναμική.

Αντίθετα η εκλογική ενίσχυση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α μεταφράστηκε στο επίπεδο της κοινής γνώμης ως παραδοχή της διαφθοράς και της κακοδιαχείρισης του δικομματισμού και των πολιτικών του επιλογών. Αυτή η εξέλιξη πήρε έκφραση σε δυο διαφορετικές κατευθύνσεις. Η πρώτη έδινε στον ΣΥ.ΡΙΖ.Α, όπως και στο ΠΑ.ΣΟ.Κ, την δυνατότητα να προβάλλει τον αέρα της αλλαγής, καθώς αποτελούσε το αίτημα μιας κοινωνίας που επένδυε περισσότερο στην ανατροπή των παραδοσιακών συσχετισμών, και έτσι εν δυνάμει αποτελούσε την πρώτη νομιμοποιητική υλη για την εκπόνηση της πολιτικής του γραμμής. Παρόλα αυτά το εκλογικό αποτέλεσμα σε συνδυασμό με τον κοινωνικό συσχετισμό που το υποστηρίζει, οριστικοποιεί το γεγονός ότι ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α κέρδισε ψήφους από μια ετερογενή μάλλον δεξαμενή ψηφοφόρων σε σχέση με την κομματική του ταυτότητα, που σε ευνοϊκότερες για αυτήν συνθήκες θα επιδιώξει μία πιο συμβατική έκφραση2. Μια τέτοια προοπτική αποτελεί την τροχοπέδη για την περαιτέρω εκλογική ενίσχυση του.

Με γνώμονα τα παραπάνω, ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α για να βρει δίοδο προς την άσκηση κυβερνητικού έργου, που πλέον θεωρείται απαραβίαστη πραγματικότητα, οφείλει να κινητοποιήσει το εκλογικό σώμα προς μια νέα κατεύθυνση. Η κατεύθυνση αυτή πρέπει να είναι έτοιμη να προσεταιριστεί εκτός από τους μέχρι σήμερα τακτικούς ψηφοφόρους του- διανοούμενος και νεολαία- και την πλατιά μάζα των ψηφοφόρων που ταυτίστηκαν οικονομικά και πολιτικά με τον δικομματικό κοινωνικό σχηματισμό. Δηλαδή με τα δίκτυα εξουσίας όπως διαμορφώθηκαν από το ΠΑ.ΣΟ.Κ και την Ν.Δ. Επομένως, το αίτημα του επαναπροσδιορισμού της σχέσης του ΣΥΡΙΖΑ με το ζωτικό για ένα πολιτικό κόμμα περιβάλλον γίνεται επιτακτικό.

Φυσικά η ηγεσία του ΣΥ.ΡΙΖ.Α, ανεξάρτητα από τις προθέσεις της (για κατάληψη ή όχι της εξουσίας- ορισμένοι τοποθετούνται υπέρ του όχι), έχει ήδη κληθεί να σηκώσει το θεσμικό βάρος της αντιπολίτευσης. Αν και ο καταναγκασμός του εφικτού σε αυτή τη περίπτωση δεν είναι αρκετός για να μετασχηματίσει την κομματική συμπεριφορά, το γραφείου πολιτικού σχεδιασμού της Κουμουνδούρου θα πρέπει στο μέλλον να κινηθεί προς μια διαφορετική κατεύθυνση, την κατεύθυνση του ρεαλισμού. Αυτό που στο παρελθόν αποτελούσε περισσότερο μια τάση ή μια ομάδα, τώρα πλέον θα κληθεί να μπει σε μια νέα τροχιά καθηκόντων.

Τόσο ο κομματικός λόγος αλλά και γενικότερα το επικοινωνιακό πλαίσιο θα πρέπει να κινηθεί προς την κατεύθυνση, που, αναλύοντας σύντομα τον νεοελληνικό εκλογικό ψυχισμό, θα ξεφεύγει από τις παραδοσιακές τοποθετήσεις και θα προσλάμει θετικά πλέον γνωρίσματα ως αντίδοτο των προβλημάτων που εκκρεμούν. Τα μεταυλιστικά αιτήματα του ΣΥ.ΡΙΖ.Α, για να ταυτιστούν με την κοινωνική τους βάση, θα πρέπει να διευρυνθούν ώστε να περικλείουν τα υλιστικά αιτήματα της ημι-χρεωκοπημένης ελληνικής κοινωνίας. Από μια άποψη λοιπόν το εκλογικό αποτέλεσμα καθεαυτό ίσως να δρομολογήσει εξελίξεις στο εσωτερικό του κόμματος.

Αυτή η διαδικασία ενδεχομένως να κοστίσει πολιτικά, ενώ θα μπορούσαμε να την χαρακτηρίσουμε και ως μια επερχόμενη κρίση ταυτότητας3. Ας μην λησμονούμε άλλωστε ότι ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α, ως συνασπισμός ανομοιόμορφων ως προς τις επιδιώξεις κομμάτων, είναι εκ των πραγμάτων αναγκασμένος σε παράδοξα και αντιφάσεις. Μια τέτοια διαπίστωση μπορεί μάλιστα να εξηγήσει και την πολυγλωσσία του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. Αν οι απόψεις που διατυπώθηκαν από αυτό επιδέχονταν έντονα αντιφατικές ερμηνείες μέσα στην ασάφεια και τον παροξυσμό της στιγμής, τώρα πρέπει να φιλτραριστούν μέσα από το άκαμπτο του ετερογενούς πολυσυλλεκτικού χαρακτήρα που διέπει το κόμμα. Και το ΠΑΣΟΚ, ως ενιαίος φορέας μάλιστα, έζησε μέσα από αυτές τις αντιφάσεις, και όχι μόνο η ιστορική στιγμή και τα αιτήματα της, αλλά και το φωτισμένο του ηγέτη του, κατάφεραν τουλάχιστον μέχρι να ανέβει στην εξουσία να το διατηρήσουν σε συνοχή( από εκεί και πέρα ανέλαβε το γλυκό της εξουσίας ). Ακόμα και αν υποστηρίζουμε ότι το βεληνεκές των ηγετικών ικανοτήτων του κύριου Τσίπρα είναι αντίστοιχο με αυτό του Α. Παπανδρέου, οι προϋποθέσεις ( η συγκολλητική αυτή ουσία βαφτίστηκε αντιδεξιά )  που μπήκαν ως βάση για την ανέλιξη στην εξουσία του ΠΑ.ΣΟ.Κ, το κοινωνικό κάτοπτρο της, απουσιάζουν ή έχουν ως πυρήνα εντελώς διαφορετικές προβληματικές.

Υπάρχουν και ορισμένοι που ισχυρίζονται πως τώρα ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α θα επιχειρήσει να κινηθεί προς πιο μετριοπαθείς θέσεις. Αυτό μας θυμίζει την στροφή του αντιιμπεριαλιστικού-σοσιαλιστικού ΠΑ.ΣΟ.Κ προς τον εθνοκεντρικό-λαϊκιστικό λόγο. Αυτή η στροφή συντελέστηκε σχεδόν ταυτόχρονα με την ανάληψη της εξουσίας από το ΠΑ.ΣΟΚ. Ήταν η αναγκαία στροφή την οποία επέβαλε η συμβατότητα της εξουσίας.

Στη δική μας περίπτωση ο ‘’εκπασοκισμός’’, δηλαδή μια πορεία παρόμοια ιστορικά με του ΠΑ.ΣΟ.Κ, είναι καταδικασμένος να καταφέρει εξ αρχής σημαντικές εκλογικές μειώσεις στους μέχρι πρότινος τακτικούς ψηφοφόρους του αριστερού συνασπισμού. Δεν είναι μόνο ότι χάνει το συγκριτικό του πλεονέκτημα, έχοντας εκχωρήσει το δικαίωμα της συμβατικής ταύτισης έναντι της μέχρι σήμερα αντισυμβατικής ψήφου -κάνοντας τον εαυτό του μέρος του συστήματος ή αντισυστήματος  που τον εκτόξευσε σε αυτά τα εκλογικά μεγέθη- αλλά τον βάζει σε μια νέα λογική: την λογική της κερδοσκοπίας, την λογική του διλλήματος της εξουσίας ή το δίλημμα της χαλάρωσης των ιδεολογικών του θέσεων έναντι μιας ενδεχόμενης εκλογικής επιτυχίας.

Το ζήτημα αυτό είναι αρκετά σύνθετο να αναλυθεί σε λιγοστές σελίδες. Ας μας επιτραπεί πάντως η παρακάτω υπόθεση εργασίας. Ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α για να μην χάσει τους παραδοσιακούς ψηφοφόρους του ( και άρα την εσωκομματική του συνοχή),  θα προσπαθήσει να διατηρήσει την ιδεολογική του συνέπεια ως έχει. Αμφίδρομα, για να κερδίσει την εμπιστοσύνη των μη αριστερών ή λιγότερο αριστερών ψηφοφόρων θα πρέπει να αρχίσει τον πραγματιστικό πολιτικό σχεδιασμό με ανάλογη κυβερνητική πρόταση, που σίγουρα θα του κοστίσει. Ένα πολύ απλό παράδειγμα είναι ο τρόπος με τον οποίο θα χειριστεί το μεταναστευτικό ζήτημα. Θα επιδιώξει άραγε την ίδια παραδοσιακά αριστερή ανεκτικότητα, ή θα σκληρύνει την θέση του για να ευθυγραμμιστεί καλύτερα με την κοινή γνώμη , που από ο,τι φαίνεται αποδοκιμάζει τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α  για την μετριοπαθή στάση του απέναντι στο θέμα. Στη δεύτερη αυτή περίπτωση προφανώς τα εσωκομματικά θεμέλια θα αρχίσουν να κλυδωνίζονται.

Όσον αφορά το πεδίο της ‘’τρέχουσας’’ πολιτικής, μέχρι σήμερα επιλέχτηκε η στάση της μη συμμετοχικής, αντιπολιτευτικής στάσης. Κάτι τέτοιο του δίνει την δυνατότητα όπως λέχτηκε προηγουμένως ( να συνεχίσει ) να αποφεύγει την ταύτιση με το αποτυχημένο πολιτικό παρελθόν. Είναι άλλωστε αδιάψευστο πως μια αποτυχία της σημερινής κυβέρνησης θα σημαίνει αυτόματα την νίκη του ΣΥ.ΡΙΖ.Α στις επόμενες εκλογές. Βεβαίως ο ισχυρισμός αυτός, δεδομένων των συνθηκών, ηχεί συνωμοτικός και χρεώνει στον ΣΥ.ΡΙΖ.Α την επικρότηση μιας κατάστασης ( την αποτυχία της κυβέρνησης ) που θα ταυτιζόταν με το κοινωνικοοικονομικό ναυάγιο της χώρας. Αν αφαιρέσουμε όμως το σαδιστικό στοιχείο της υπόθεσης , και κατά μία έννοια τη σοβαρότητα της στιγμής, μπορούμε ευκρινώς να προβλέψουμε την αντιπολιτευτική στάση του κόμματος καθ’όλη τη διάρκεια της θητείας της κυβέρνησης Α. Σαμαρά.

Επίσης μπορεί να γίνει σαφές το εξής:  Η όλο και περισσότερο συμβιβαστική προγραμματικά πορεία που θα υιοθέτει η αξιωματική αντιπολίτευση, θα συνδυάζεται με ένα όλο και περισσότερο πολωτικό μοντέλο αντιπολιτευτικού πολιτικού λόγου. Τα όρια μιας τέτοιας εξέλιξης είναι ασαφώς καθορισμένα, και έτσι δεν μπορούμε με ασφάλεια να κάνουμε εικασίες. Έχοντας επιλέξει  πάντως ως μέτρο σύγκρισης το ΠΑ.ΣΟ.Κ του Ανδρέα, μία τέτοια υπόθεση μπορεί να αποκτήσει ουσιαστικότερη υφή. Το βασικότερο όμως είναι να εντάξουμε τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α  σε μια διφορική θεματική, που θα συνδέει διαλεκτικά τις ζυμώσεις και τις διεργασίες που δρομολογούνται εσωκομματικά με τον τρόπο χειρισμού και καθορισμού της ευρύτερης κομματικής του ταυτότητας.

Συνοψίζοντας όσα ειπώθηκαν σε αυτή τη σύντομη εργασία, θεωρούμε ότι δυο αντίρροπες δυνητικά δυνάμεις, η κεκτημένη εσωκομματική σταθερότητα σε σχέση με τις απαραίτητες για την κατάληψη της εξουσίας τακτικές, συνιστούν μια μορφή διελκυστίνδας.  Αν αυτές οι δυο συνιστώσες των συνιστωσών της Αριστεράς δεν εναρμονιστούν- με το μικρότερο πολιτικό κόστος- τότε κατά πάσα πιθανότητα θα βυθίσουν τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α σε εκλογικό αδιέξοδο, και πολύ φοβόμαστε ( η ιστορία του ΠΑ.ΣΟ.Κ βρίθει από παραδείγματα ) και σε κυβερνητικό όταν και εάν έλθει εκείνη η στιγμή. Όπως και να έχει αυτό είναι το στοίχημα ΣΥ.ΡΙΖ.Α, που ελλείψει ενός Ανδρέα Παπανδρέου και μέσα σε ένα ελαττωματικό για τις αριστερές καταβολές του περιβάλλον, είναι αμφίβολο αν θα κερδηθεί. Το ΣΥ.ΡΙΖ.Α θα εμπεδωθεί ως φαινόμενο μονάχα αν ξεπεράσει αυτές τις αντιφάσεις, μόνο αν εξέλθει αλώβητο εκλογικά αλλά κατά κύριο λόγο πολιτικά.



1)     Θεωρούμε ως αντι-συστημική την ψήφο εκείνη που δεν αποδέχεται ή απορρίπτει εξολοκλήρου το υφιστάμενο πολιτικό σύστημα. Αρνητική εννοούμε την ψήφο που ακολουθεί την λογική reductio ad absurdum παρά μία θετική ανταπόκριση σε κάποιο κομματικό πρόγραμμα.

2)     Δυστυχώς για την επιβεβαίωση αυτής της άποψης δεν χρησιμοποιήθηκαν τα απαραίτητα στατιστικά μέτρα. Η άποψη αποτελεί περισσότερο ένα γενικό συμπέρασμα, όπως προκύπτει από τις αναλύσεις του συρμού.

3)     Από κρίση ταυτότητας πάσχουν όλες οι διακλαδώσεις του πολιτικού φάσματος. Είναι ένα από τα σημεία των καιρών. Η κρίση ταυτότητας της Αριστεράς, ή καλύτερα η αναζήτηση μίας νέας θεωρητικής ταυτότητας, ξεκίνησε μετά την κατάρρευση του εθνοκεντρικού κευνσιανικού μοντέλου ανάπτυξης και την βαθμιαία αντικατάσταση του από το νεοφιλελεύθερο δόγμα, ενώ θα μπορούσαμε να πούμε πως τα προγραμματικού τύπου αδιέξοδα της ευρύτερης Αριστεράς έχουν τις ρίζες τους στην κατάρρευση της Ε.Σ.Σ.Δ. Στην προηγούμενη παράγραφο κάνουμε λόγο για μεταυλιστικά και υλιστικά αιτήματα. Με τον όρο μεταυλιστικά εννοούμε τα αιτήματα εκείνα που αφορούν θεματικές όπως το περιβάλλον, τη σχέση του κράτους απέναντι στην εκκλησία, τη στάση απέναντι σε κοινωνικά ζητήματα: μαλακά ναρκωτικά, γάμοι μεταξύ των ομοφυλόφιλων, θέση της γυναίκας κ.α. Αντίθετα, με τον όρο υλιστικά εννοούμε θέματα που σχετίζονται άμεσα με τον σκληρό πυρήνα της οικονομικής ζωής και περιλαμβάνουν ευρύτερα προγράμματα για την κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη. Όπως διαπιστώνετε η μεροληψία της Αριστεράς απέναντι στα μεταυλιστικά αιτήματα ξεπερνά τον χαρακτήρα της απλής συνειδητής επιλογής και προσλαμβάνει δομικές διαστάσεις. Χωρίς να θέλουμε να προδικάζουμε, από μία φιλοσοφικό/ιδεολογική σκοπιά, η μεταστροφή της φύσης των επιδιώξεων από τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α συνεπάγεται την ρήξη με την πλανητική λογική του νεοφιλελευθερισμού και την πρόταση ενός μοντέλου ανάπτυξης αντίστοιχου με αυτού που επιλέχτηκε από το ΠΑ.ΣΟ.Κ μεταπολιτευτικά. Κάτι τέτοιο όμως, αν δεν λάβει πρωτοποριακές διαστάσεις, θα οδηγήσει στη ταύτιση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α από τους αντιπάλους του με το γιγάντιο πελατειακό κράτος και την αντιπαράθεση σε όλες τις γραμμές με τους ευρωπαίους εταίρους και το Δ.Ν.Τ. Μέσα από αυτή την εξίσωση θα μπορούσαμε ίσως να ελέγξουμε και την ποιότητα του αναπροσανατολισμού στον πολιτικό ρεαλισμό ( μιας και με τον πολιτικό ρεαλισμό δεν εννοούσαμε τον συμβιβασμό, αλλά το ξεπέρασμα του λαϊκιστικού του προφίλ ).



read more "Το φαινόμενο ΣΥ.ΡΙΖ.Α" Διαβάστε περισσότερα...

Σάββατο 2 Ιουνίου 2012

Το νέο ( ; ) πολιτικό σύστημα


Η κατάσταση του πολιτικού συστήματος, δυο μόλις εβδομάδες πριν από τις εθνικές εκλογές, φαίνεται να είναι έκρυθμη. Ειπώθηκαν πολλά περί λαϊκής ετυμηγορίας ενώ το διακύβευμα των εκλογών έγινε εργαλείο για την επιδίωξη των μικροκομματικών συμφερόντων που εδώ και μισό περίπου αιώνα καταδυναστεύουν τον ελληνικό Λαό. Αυτή η σύγχυση όχι μόνο δεν είναι θεμιτή, αλλά φαίνεται να υπονομεύει το μέλλον της χώρας. Υπάρχουν ορισμένοι που έσπευσαν, παρατηρώντας την ατονία του λεγόμενου δικομματισμού, όπως εκφράστηκε από τις κάλπες, να μιλήσουν για την ανάδυση ενός νέου, δικαιότερου και κοινωνικά προσανατολισμένου συστήματος.

Η πεποίθηση αυτή εκφράστηκε στη βάση μιας μάλλον αυθαίρετης διανομής των ευθυνών, σε μια εποχή που η ευθύνη μοιάζει με ωρολογιακή βόμβα που μεταλαμπαδεύεται από χέρι σε χέρι σαν συμβόλαιο πολιτικής καταστροφής. Το πολιτικό σύστημα, το ‘’παλαιό’’ πολιτικό σύστημα, όχι μόνο δεν είναι έκπτωτο αλλά έχει εσωτερικεύσει, σαν ένα γνήσιο κύκνειο άσμα, όλο το μένος της πολιτικής του ανισορροπίας. Υποστηρίζω ότι αυτό που βιώνουμε δεν είναι το τέλος ενός πολιτικού συστήματος και της συνακόλουθης πολιτικής πρακτικής του αλλά η πλήρης ξεδίπλωση των λειτουργικών και θεωρητικών του αδιεξόδων.

Μήπως οι δυνάμεις που εκφράζουν αυτή την επικείμενη πολιτική αλλαγή δεν προέρχονται από το ίδιο κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον που εξέθρεψαν οι δεκαετίες του 90’, του 00’ και του 10’ ; είναι εφικτό να εμποδίσουμε την διείσδυση του παρελθόντος στο παρόν; και το κοινωνικό συμβόλαιο, το συμβόλαιο που ανάλογα με τα χαρακτηριστικά του καθορίζει την πολιτική, κοινωνική, οικονομική και πολιτισμική ζωή ενός τόπου άραγε δεν έχει δυο συμβαλλομένους ;

 Ανεξάρτητα από το εκλογικό ποσοστό, το μερίδιο διακυβέρνησης που αναλήφθηκε από κάθε μια πολιτική δύναμη, η κυβέρνηση είναι πρωτίστως μια ενιαία δύναμη με κοινά χαρακτηριστικά. Το ΠΑ.ΣΟΚ και Ν.Δ επωμιστήκαν το βάρος της ευθύνης που τους αναλογεί, όμως υπάρχει ένα βάρος, ή μια ευθύνη που αναλογεί στον καθένα, και αυτή είναι η ευθύνη της Δημοκρατίας. Αναλογεί στο ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ που τόσα χρόνια στο εσωτερικό του έτρεφε την αντινομία στα πολιτικά πράγματα, με τις ιδεολογικές του εμμονές να ενισχύουν σε αυτό, αναλογεί στο Κ.Κ.Ε που ως κόμμα που συμμετάσχει στις αντιπροσωπευτικές διαδικασίες, στο όνομα ενός άκαμπτου φιλο-εξουσιαστικού κομμουνισμού, ποτέ δεν ανέλαβε ευθύνες , και δεν το έκανε ακόμη και στην πιο κρίσιμη στιγμή της νεότερης ιστορίας μας, για να εισπράττει το 5 % που εισέπραττε. Αναλογεί ακόμη και σε αυτές τις δυνάμεις  που είχαν την τύχη, διότι αυτή είναι η εντύπωση που αποκομίζετε, ότι ήταν θέμα αποκλειστικά τύχης, να μην υπογράψουν το Μνημόνιο.

Βεβαίως, αυτό που επιχειρείται δεν είναι να αποδοθεί εξίσου η ευθύνη. Η άσκηση της εξουσίας απορροφά το μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης. Αυτό είναι αδιάψευστο. Όμως η άσκηση της εξουσίας είναι συλλογική ευθύνη, όλων των πολιτικών δυνάμεων, που το καθένα συνεισφέρει με την ακεραιότητα του και το πολιτικό του αισθητήριο στην  κοινωνική ζωή αυτού του τόπου. Υπενθυμίζω μονάχα, πως σε άλλες εποχές, όπως τουλάχιστον φάνηκε εκ των υστέρων, η πολιτική ευθύνη της αντιπολίτευσης ήταν επαυξημένη, μεγαλύτερη ίσως από εκείνη της κυβέρνησης ( κατά τη διάρκεια του Διχασμού, του Εμφυλίου αλλά και μετεμφυλιακά, όταν αντί οι πολιτικές δυνάμεις της χώρας να συμπράττουν, καλλιεργούσαν την διχόνοια στον ελληνικό Λαό για να ικανοποιούν τις ματαιοδοξίες τους  ).

Παρόλο που δεν υπάρχει κάποιο ποσοτικό κριτήριο για την μέτρηση αυτού που ονομάζω ευθύνη, σίγουρα υπάρχει κριτήριο που να ορίζει την μεταβολή σε ένα πολιτικό σύστημα. Μόνο που αυτό το κριτήριο εδώ δεν θα πρέπει να είναι το ποσοτικό, το αριθμητικό. Πίσω από τα νούμερα κρύβονται συνειδήσεις. Ας αναρωτηθούμε όλοι μαζί λοιπόν ποια ήταν εκείνη η εξέλιξη, η θετική εξέλιξη, που να μας κάνει να ελπίζουμε στην αναδημιουργία της ελληνικής πολιτικής πρακτικής. Αυτό που εκφράζεται εδώ δεν είναι η αίσθηση της απαισιοδοξίας αλλά μιας έντονης ανάγκης να υποβληθεί το παρόν στην κριτική, στην κριτική της αλήθειας.

Στις εκλογές της 6ης Μαΐου καταδικάστηκε το παρελθόν, να λοιπόν και η συρρίκνωση της εκλογικής δύναμης του ΠΑ.ΣΟΚ  και της Νέας Δημοκρατίας. Όμως καταδικάζω σημαίνει υποβάλω σε κριτική, και αμφιβάλω αν κανείς υπέβαλλε στην κριτική το παρελθόν, τόσο από τους άρχοντας όσο και από τους αρχόμενους. Εκτός από μια εύλογη αλλά μάλλον συμπυκνωμένη και ρηχή εκτίμηση της τελευταίας κυβέρνησης, ελάχιστα ασχοληθήκαμε με το ζήτημα ( όχι μόνο τώρα, αλλά και ιστορικά ) . Το αίτημα της αυτοκριτικής είναι καίριο, διότι μόνο αυτό θα μας επιτρέψει να αναλογιστούμε και το δικό μας μερίδιο ευθύνης. Δεν τα ‘’φάγαμε μαζί’’, όμως καλλιεργήσαμε μια συγκεκριμένη λογική, μια λογική που δεν συνάδει με το πρότυπο του πολίτη μιας σύγχρονης δημοκρατίας (έστω και ευνουχισμένης), και απόψε η κριτική μας είναι η κριτική μας αποκλειστικά απέναντι στους άλλους. Μια μάλλον απελπισμένη κριτική που τροφοδοτείται από την νεοελληνική ιδιοτέλεια. Ελληνικέ Λαέ δεν ‘’φταίνε μόνο οι Αμερικάνοι’’, δεν φταίει η Χούντα για τα δεινά σου ή τα Μ.Μ.Ε, δεν φταίει αποκλειστικά ο Παπανδρέου ούτε και ο γείτονας σου. Κι εσύ, μην με αποπαίρνεις, έχεις ένα τεράστιο μερίδιο ευθύνης, και δια της ψήφου σου αλλά κυρίως δια του αντιδημοκρατικού, εγωιστικού ψυχισμού σου, που φοβήθηκες να αποβάλλεις.

Στις εκλογές της 17ης Ιουνίου δεν πρέπει να καταδικαστεί το μέλλον, όμως για να μην καταδικαστεί πρέπει να σκεφτούμε συνετά. Η οργή ποτέ δεν ήταν καλός σύμβουλος. Όταν δεν δίνουν οι πολιτικοί ηγέτες μαθήματα στους Λαούς, δίνουν οι Λαοί μαθήματα στους ηγέτες. Ας είναι το μάθημα η αρχή ενός γόνιμου διαλόγου με την Ιστορία, με το εκφυλισμένο παρελθόν μας. Δεν θα συζητήσουμε με την χαμένη αίγλη μας, η νοσταλγία, κατά μια έννοια, είναι άρνηση της πραγματικότητας. Ας συζητήσουμε για την ανοικοδόμηση του μέλλοντος.

Δυστυχώς συνοψίζοντας, οι προϋποθέσεις, που συνιστούν γερά θεμέλια, ακόμη δεν έχουν ευθυγραμμιστει με την αλλαγή. Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, μέσα από την κρίση, κανένα νέο μόρφωμα, τουλάχιστον κατά την γνώμη μου, δεν προέκυψε, ικανό να αναλάβει τον σχεδιασμό του μέλλοντος. Η δυναμική που παρουσιάστηκε ήταν μια αντίστροφη δυναμική, μια δυναμική προς τα πίσω, προς το μέρος εκείνο της ιστορίας που θα θέλαμε να ξεχάσουμε. Ο λαϊκισμός, η κατεξοχήν εκδήλωση της εκμετάλλευσης της δημοκρατίας, η καταστρατήγηση της ελευθερογνωμιάς, η άμετρη δημοκρατία στην πλήρη ξεδίπλωση της, εμπλουτίστηκε για να ανταποκρίνεται στις νέες κομματικές ανάγκες, που εν γένει  δεν είναι ανάγκες του Λαού. Όλοι εκείνοι που διατείνονται  ότι αγωνίζονται για το καλό του Έθνους, φρόντισαν να διαχωρίσουν το έθνος από τον Λαό του και τα συμφέροντα του. Γιατί τι είναι το έθνος, σε πείσμα όλων εκείνων που του προσάπτουν μεταφυσικές ιδιότητες, παρά μια κοινωνική πραγματικότητα, τόσο κοινωνική όσο και η κοινωνία του; ο Λαός του;

Η αντιμετώπιση των οικονομικών θεμάτων συμπίπτει σαφώς με την ύπαρξη μιας ισχυρής, όχι σε έδρες αλλά σε ποιότητα, κυβέρνησης. Η ύπαρξη μιας τέτοιας βουλής είναι ευθύνη όλων μας, συλλογική ευθύνη που διέρχεται, επίσης, από την ιδιότητα του καθένα ξεχωριστά. Αν επιθυμούμε να βγούμε από αυτήν την κατάσταση πλουσιότεροι, ή μη χρεωκοπημένοι, είναι άλλο από το να βγούμε περισσότερο σοφοί. Όχι μόνο για να φιλτράρουμε το σήμερα υπό το πρίσμα της σύνεσης που διέπει έναν αληθινά δημοκρατικό πολίτη, αλλά και για να κάνουμε το άνοιγμα μας στο χρόνο με μεγαλύτερη βεβαιότητα.
read more "Το νέο ( ; ) πολιτικό σύστημα" Διαβάστε περισσότερα...

Τρίτη 22 Μαΐου 2012

Φοιτητικές Εκλογές 16ης Μαΐου


Η νεοελληνική τραγωδία, μετά τις εθνικές εκλογές τις 6 Μαΐου, εκτυλίχτηκε προσφάτως και με τις φοιτητικές εκλογές. To σκηνικό μετατοπίστηκε απο το εθνικό επίπεδο στο φοιτητικό και η πρώτη αριστοφανική τραγωδία ξεκίνησε. Έχω αισθανθεί αρκετές φορές γραφικός κάνοντας συζητήσεις με παιδιά που ανήκουν στα συνδικαλιστικά ( με όλη την νεοελληνική μεταφυσική διάσταση του όρου)  όργανα των φοιτητών. Τις περισσότερες φορές αισθάνομαι την ανάγκη να τους ρωτήσω, ποιος σας επέλεξε για αντιπροσώπους των φοιτητών. Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι προφανής. ‘’Μα, το 60% του φοιτητικού σώματος’’ θα έλεγε ένας Δαπίτης  και οι απαντήσεις θα ακλουθούσαν κλιμακωτή πορεία μέχρι και την τελευταία παράταξη.

Το παράδοξο όμως και αυτών των εκλογών, αλλά και των προηγούμενων, και οι φήμες λένε και των επόμενων επίσης, είναι πως από το σύνολο των 18.000 ( τα εγγεγραμμένα μελή στο Compus) φοιτητών του Πανεπιστήμιου Μακεδονίας, όσο δηλαδή με αφορά τουλάχιστον επί του παρόντος το ζήτημα, ψήφισαν μόλις οι 2.500 (http://www.nka.gr/modules.php?name=Foititikes). Συνεπώς, όποιος ενδιαφέρεται, μπορεί εύκολα να υπολογίσει τα πραγματικά ποσοστά των φοιτητικών παρατάξεων στις εκλογές, και να αντιτείνει ας πούμε στους μεν αυτοδύναμους, πόσο αυτοδύναμοι είναι, ή στους δε λοιπούς, πόσο λειψή είναι...

Κάποια από αυτές τις μέρες λοιπόν επικοινώνησα με έναν φίλο μου μέσω Skype. Ο φίλος κατάγεται και σπουδάζει στο εξωτερικό. Αφού συζητήσαμε τα προσωπικά μας, και αναλύσαμε εκτενώς την ελληνική επικαιρότητα, η συζήτηση πήγε στο θέμα των φοιτητικών παρατάξεων. Εξηγώντας του την άνωθεν κατάσταση, έμεινε έκπληκτος με τον ‘’βαθμό αδράνειας που επιδεικνύουν οι Έλληνες Φοιτητές σε θέματα πολιτικής’’.

Σε αυτό το σημείο του εξήγησα πως, αυτό που ονομάζει πολιτική είναι ένα σύνολο ιδεών και δραστηριοτήτων, που ασκούνται και αναπαράγονται από ένα υποκείμενο το όποιο αναγνωρίζει τον εαυτό του ως πολίτικο δρών. Το δικό μας υποκείμενο, το φοιτητικό υποκείμενο επί της παρούσης, αφού πρώτα υπέκυψε στα δελεαστικά διλλήματα του εκάστου κομματικού μηχανισμού που εκπροσωπεί, συνέχισε την ελληνική παράδοση 180 ετών, που θέλει τα υποκείμενα να εκφράζονται συλλογικά για να αυξάνονται ιδιωτικά, ικανοποιώντας αποκλειστικά ατομικές φιλοδοξίες. Ως παράδειγμα του έφερα τους φοιτητοπατέρες μας (students aged like my father), και ομολογουμένως, δυσκολεύτηκα αρκετά να τον πείσω για την ύπαρξη τους.

Συμφωνήσαμε ότι δεν το παρακάνω, και συνέχισα να του εξηγώ πως οι παρατάξεις, τα υποκείμενα μας, αναγνωρίζουν τους εαυτούς τους ως δυνάμεις αλλαγών που μετουσιώνουν την φοιτητική πραγματικότητα προς το καλύτερο. Πράγματι, αν παραμερίσεις την εύλογη καχυποψία που θέλει έναν μηχανισμό που παρήχθησε από έναν άλλον εκφυλισμένο μηχανισμό εξίσου εκφυλισμένο, όπως μας ενημερωνουν και τα εκλογικα τους διαφημιστικα, ολοι τους αγωνίστηκαν και όλοι τους επέτυχαν θετικές αλλαγές. Αυτό που δεν αντιλαμβάνονται όμως, ενώ όπως φαίνεται το αντιλαμβάνονται οι υπόλοιποι 16.000 ( η αυτοδυναμία καταργείται με ένα ποσό 2000 επιπλέον αμέτοχων στις εκλογές) , είναι πως όσα κατάφεραν ήταν άμεσα διεκδικήσιμα, με την έννοια ότι όφειλαν αν σέβονταν τους υπόλοιπους 2.500 να τα διεκδικήσουν, και θεσμικώς εφικτά, εφόσον παρηχθησαν μέσα σε έναν ορισμένο θεσμικό συσχετισμό (θα πούμε περισσότερα στη συνέχεια). Αφήσαμε ασχολίαστο  το - ‘’οργανώνουμε πάρτη, και φροντίζουμε για την διασκέδαση σας’’.

Προσπάθησα βέβαια να υπερασπιστώ αυτά τα παιδιά, την μεγαλύτερη μάζα των μελών των φοιτητικών παρατάξεων. Του εξήγησα πως στην ουσία ως όργανα οι παρατάξεις, αν και ποτέ δεν μας άρεσαν οι μηχανιστικές αναλύσεις, συγκροτούν  τρεις πυρήνες. Την αφελής βάση που επιθυμεί να απολαμβάνει των προνομίων ( alcohol, soft drugs, nice chicks, a chance in socializing ) και που αναλαμβάνει χρέη αφισοκολλητών. Κατά το μεγαλύτερο της ποσοστό, άτομα αυτής της μάζας εγκαταλείπουν τις παρατάξεις όταν αντιλαμβάνονται τον βαθμό εκμετάλλευσης ή τον βαθμό σοβαρότητας των εξελίξεων σε επίπεδο κοινωνίας. Ο δεύτερος πυρήνας είναι τα μικρά-μεγάλα στελέχη(κανείς δεν ξέρει την αληθινή επιρροή τους και τον βαθμό συγγένειας με τον χ βουλευτή), που συνήθως είναι πιο κοντά στα πράγματα και διαθέτουν τις περισσότερες γνωριμίες, για να εξασφαλίζουν στα μελή διάφορα προνόμια που θα διαιωνίζουν τις αυτοδυναμίες (= προς όφελος των δικών τους φιλοδοξιών) αλλά και τον διασυρμό του φοιτητικού κινήματος. Τέλος, υπάρχουν και ορισμένοι ιδεολόγοι ( στις αριστερά διακείμενες παρατάξεις είναι λίγο πολύ όλοι τους), που συνήθως συντάσσουν τα πολιτικά κείμενα των παρατάξεων και χαίρουν μεγάλης εκτίμησης από τους καθηγητές που πρόσκεινται στον ιδεολογικό και κομματικό χώρο που αντιπροσωπεύουν οι εν λογω φοιτητές.

Βέβαια, υπάρχουν διαφορές από παράταξη σε παράταξη, από κατηγορία σε κατηγορία. Ας μην ξεχνάμε ότι εκτός από τα ερεθίσματα που δέχεται η παράταξη από τα άνω, και ως εκ τούτου, κουβαλά όλες τις παθογένειες του ελληνικού πολιτικού συστήματος, αλλά και την ύπαρξη πόλων ανοησίας, ημιμάθειας και δηθενιάς στις τάξεις τους, υπάρχουν πολλά σοβαρά άτομα που δυστυχώς δεν βρήκαν που αλλού να διοχετεύσουν την ακεραιότητα και πολιτική τους συνέπεια.

Ο φίλος μου έμεινε άφωνος. Και να σκεφτεί κανείς ότι δεν αναφέρθηκα σε θέματα πληρωμένων μποξέρ που γρονθοκοπούν όταν κάτι δεν πάει σύμφωνα με το σχέδιο, σε σαμποτάζ αυτόνομων δράσεων, σε τραμπουκισμούς μεταξύ των παρατάξεων και σε συστήματα συναλλαγών μεταξύ καθηγητών και φοιτητών. Για του λόγου το αληθές, δεν το έκανα επειδή κρίνω πως τούτα εδώ τα θέματα ανήκουν στην σφαίρα των συνομωσιών, όμως και  εμπειρική βάση να έχουν, δεν έχουν καμιά σχέση με την πραγματική, σοβαρή αλλά αφελής, μείζονα βάση των παρατάξεων, το 85% των μελών τους, αλλα με μία μικρή γραφειοκρατική ολιγραρχία ( με το μάτι υπολογισμένο).

Η συζήτηση είχε φουντώσει και ο φίλος μου ένιωσε την ανάγκη να με παρηγορήσει λέγοντας μου τι συμβαίνει με το φοιτητικό κίνημα στην δική του χώρα. Μου μίλησε καταρχάς για ένα ανοιχτό κύκλωμα μεταξύ οργανώσεων που δεν αντιπροσωπεύουν πολιτικά κόμματα, αλλά πολιτικές τάσεις. Ένα είδος  πολιτικού καταμερισμού εργασίας μέσα στα πανεπιστήμια. Φυσικά και σε αυτό το είδος οργάνωσης δεν έλειπαν οι εντάσεις μεταξύ των φοιτητών, όμως αυτό που υπερίσχυε συνήθως ήταν η συνεργασία, η κοινή εντύπωση για την ύπαρξη ενιαίου στόχου, η τόσο παρεξηγημένη έννοια της αλληλεγγύης.

Μου μίλησε επίσης για το άνοιγμα του φοιτητικού συλλόγου προς την κοινωνία.

1)      Κύκλους δραστηριοτήτων χωρισμένους σε 4 τμήματα( Περιβαλλοντικό, Αθλητικό, Πολιτισμικό, Κοινωνικό ),  που περιλαμβάνουν 3 μήνες. Στο τρίτο τρίμηνο του τρέχοντος ακαδημαϊκού έτους, και σε συνεργασία με φοιτητές των φιλολογικών σχολών επιμελήθηκαν ανατύπωση και μεταφράσεις (αναρτημένες στην πανεπιστημιακή ιστοσελίδα) σημαντικών λογοτεχνών (εμείς να δω πότε θα εξελληνίσουμε τον Αξελό, τον Καστοριάδη και τους λοιπούς). Το καλοκαίρι , με τα εγκαίνια του περιβαλλοντικού κύκλου, θα διοργανωθεί  φεστιβάλ σε συνεργασία με διάφορες  Μ.Κ.Ο αλλά και επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, καθώς επίσης και συζητήσεις από αρμόδιους καθηγητές άλλων πανεπιστημίων.

2)      Στον επίσημο δικτυότοπο τους μπορούν να βρεθούν σημειώσεις και εργασίες, θέματα εξετάσεων και ενότητες διαλόγων. Επίσης αναρτώνται μελέτες από την Στατιστική Οργάνωση του πανεπιστήμιου (νεοσυσταθείσα), στην οποία συμμετέχει όποιος επιθυμεί , οικειοθελώς, αλλά και υλικό για την εκπόνηση εργασιών. Μεγάλη έμφαση έδωσαν στον τομέα των ερευνών σε καίρια κοινωνικά ζητήματα ενώ υπάρχει και διαρκής ενημέρωση για τις δραστηριότητες τους αλλά και ανοιχτοί διάλογοι για την επέκταση των προγραμμάτων τους, σε συνεργασία και με άλλα πανεπιστήμια.

3)      Επιμελήθηκαν και εφάρμοσαν ενημερωτικά προγράμματα. Συγκεκριμένα έδωσαν στη δημοσιότητα τηλέφωνα από επιτροπές που συστάθηκαν ειδικά για την ενημέρωση και κατατόπιση των υποψήφιων φοιτητών της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης . Δόθηκε επίσης έμφαση σε ενημερωτικά προγράμματα μέσα στα Λύκεια, με διαλέξεις  για τις τρέχουσες συγκυρίες και συμβουλές σε πρακτικά ζητήματα. Τέλος καλύφθηκαν αφιλοκερδώς θέσεις σε μουσεία, με έρευνες και ενημερώσεις των επισκεπτών.

4)      Διοργανώθηκαν δράσεις για ανάπλαση πάρκων, καθαρισμό σκουπιδιών, παζάρια βιβλίων και ρούχων, ποδηλατοδρομίες, μουσικά φεστιβάλ.

5)      Συγκροτήθηκε μέτωπο αγώνα μεταξύ των φοιτητών, με κοινή απόφαση την παραχώρηση θεσμικών δυνατοτήτων στα πλαίσια του φοιτητικού κινήματος, ενώ η ίδια η πραγματικότητα του πανεπιστήμιου όφειλε να αναδιοργανωθεί από τα κάτω στα πλαίσια μιας άμεσης και λειτουργικά αδιάφθορης δημοκρατίας.

Το τελευταίο το βρήκα ιδιαίτερα σημαντικό. Αυτό τους έδινε την δυνατότητα να παίζουν ενεργό ρόλο σε θέματα που αφορούν  το μέλλον, καθώς είχαν λόγο σε ζωτικής σημασίας λειτουργίες μέσα στο πανεπιστήμιο. Ο θεσμός που συγκροτεί ένα πλαίσιο δίνει περιθώρια και ελευθερίες μέχρι το καθορισμένο όριο. Αυτό είναι αυτονόητο όμως, όταν διαβάζει κανείς τις ‘’επιτυχίες’’ των ελληνικών παρατάξεων οφείλει να αντιλαμβάνεται, με γνώμονα το προηγούμενο, ότι δεν ήταν η επέκταση των θεσμικών πλαισίων που λειτούργησε, αλλά η μετατόπιση από μια υποτονική κατάσταση σε μια άλλη (και αυτό δεν σημαίνει και πάλι οτι κινείται ακριβώς πάνω στο όριο που σημματοδοτεί τις πλήρεις δυνατότητες της).

Ωστόσο συμβαίνει και κάτι άλλο. Ότι ακριβώς λόγο της αδυναμίας έκφρασης και πραγμάτωσης των φοιτητικών στόχων, αλλά και του περιορισμένου πλαισίου κίνησης, τις πιέσεις αναλαμβάνουν να μεταβιβάσουν ορισμένοι καθηγητές, που και σε αυτή τη περίπτωση επικαλούνται κομματικές εύνοιες και πρίμα αεράκια. Όταν λοιπόν ο συσχετισμός είναι αποτρεπτικός τουλάχιστον οι φωνές μας διαχέονται στο κενό. Δυστυχώς το φοιτητικό υποκείμενο σωπαίνει εκκωφαντικά , οι φοιτητικές παρατάξεις είναι αγκυλωμένες στους –ισμούς τους, που κατάντησαν αφορισμοί του φοιτητικού κινήματος, και όλο και περισσότεροι είναι οι απογοητευμένοι από την πανεπιστημιακή και ειδικότερα φοιτητική τους πραγματικότητα.

Κάνοντας μια σύντομη ανάλυση στις κατακτήσεις του κινήματος στην άλλη χώρα, τουλάχιστον, αν και κάπως χοντροκομμένα, διαπιστώσαμε την ύπαρξη ενός ορίζοντα λογικής και ρεαλισμού. Πράγματα που για να μπορέσουν να αντικειμενοποιηθούν απαιτείται μονάχα οργάνωση και καλή θέληση (ίσως και κάποιο χρηματικό ποσό, μικρό ως προς την σπουδαιότητα τους). Δεν αισθάνθηκα ποτέ ότι έλλειπε η θέληση στην πλειοψηφία των ελλήνων φοιτητών, όμως εκεί που πάσχουμε είναι η οργάνωση.

Για το τέλος, θα αρκεστώ να πω σε όσους, κάνοντας πολιτική την συνήθης νεοελληνική τακτική του- βαφτίζω ως ιδεαλιστικό το ασύμφορο για τις φιλοδοξίες μου και εξιδανικεύω ότι είναι αυτό που με συμφέρει, πως αν αισθάνονται ότι πρόκειται για ευσεβής πόθους, για όνειρα θερινής νυκτός, για πλασματικές Εδέμ, τότε δεν ξεγελάν μόνο τους συμφοιτητές τους αλλά και τους ίδιους. Όσοι αυνανίζονται πνευματικά και υλιστικά με το φοιτητικό κίνημα οφείλουν επιτέλους να υποβάλλουν τους εαυτούς τους και τις παρατάξεις που εκπροσωπούν σε κριτική. Δεν ενοχλούμαι από τις παρατάξεις, ενοχλούμαι από τις ''ηγεσίες τους'', ή μάλλον από όσους δεν συνιστούν την πραγματική τους βάση, και αυτό που με πληγώνει είναι όχι η ύπαρξη τους, αλλά όλα εκείνα που  θα μπορούσαμε να πετύχουμε αν δεν συντηρούσαμε τις λογικές τους.

ΥΓ Ο φίλος μου ήταν φανταστικός.
read more "Φοιτητικές Εκλογές 16ης Μαΐου" Διαβάστε περισσότερα...